ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πώς πετύχαμε το πρωτογενές πλεόνασμα

Πώς πετύχαμε το πρωτογενές πλεόνασμα

Η Ελλάδα το 2013 παρουσίασε πρωτογενές πλεόνασμα. Δηλαδή, κατόρθωσε να έχει περισσότερα έσοδα απ’ ό,τι χρειάστηκε να ξοδέψει, εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους. Πρωτοφανές τόσο ότι το πέτυχε, όσο και το μέγεθός του, που έφθασε σχεδόν στο 1,5 δισ. ευρώ.

Γιατί, όμως, αυτό συνέβη πέρυσι και όχι κάποια από τις προηγούμενες χρονιές; Εκτός από το προφανές, που είναι ότι το δυσθεώρητο πρωτογενές έλλειμμα του 2009 (10,5% του ΑΕΠ ή 24,2 δισ. ευρώ) δεν μπορούσε να εξανεμιστεί σε ένα χρόνο, η απάντηση κρύβεται πίσω από ένα πολύ σημαντικό παράγοντα. Η δημοσιονομική προσαρμογή στηρίχθηκε στις δαπάνες και όχι στα έσοδα το 2013. Και αυτός ήταν ο λόγος που η αποτελεσματικότητα των μέτρων που ελήφθησαν ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, οδηγώντας στο γνωστό αποτέλεσμα.

Από την αρχή του Μνημονίου, οι ηγεσίες του υπουργείου Οικονομικών, αλλά και η τρόικα, υποστήριζαν πως για να μειωθεί το έλλειμμα κατά 1 ευρώ, θα πρέπει να υιοθετηθούν δημοσιονομικά μέτρα ύψους 3 ευρώ (ποσοστό αποδοτικότητας 33%). Μάλιστα, αυτή η αναλογία είχε ονομαστεί «κανόνας ένα προς τρία». Ο κανόνας αυτός ανατράπηκε πέρυσι. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, η αποτελεσματικότητα των μέτρων που εφαρμόστηκαν το 2013 έφθασε στο 41,9%. Και αυτό επειδή για πρώτη φορά πέρυσι, τα νέα μέτρα στο σκέλος των εσόδων ήταν κατά πολύ λιγότερα από ό,τι εκείνα στο σκέλος των δαπανών. Αν και η ανατροπή του ποσοστού αποτελεσματικότητας δεν ήταν εντυπωσιακή, σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου αποδείχθηκε αρκετή για να οδηγήσει στην επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αρκεί ενδεικτικά να σημειωθεί ότι το 2012, που τα περισσότερα μέτρα ήταν φορολογικά, το ποσοστό αποτελεσματικότητάς τους ανήλθε μόλις στο 23,5%, ενώ το 2011 ήταν στο 32%. Συνολικά, η κυβέρνηση στην περίοδο 2011 – 2013 έλαβε μέτρα 39 δισ. ευρώ (εκ των οποίων τα 21 δισ. ευρώ αφορούσαν σε δαπάνες) και πέτυχε δημοσιονομική προσαρμογή 12,3 δισ. ευρώ.

Πλέον, το στοίχημα είναι να αποδειχθεί ότι το πρωτογενές πλεόνασμα είναι διατηρήσιμο και αυξανόμενο. Στο υπουργείο Οικονομικών εκτιμούν ότι αυτό διασφαλίζεται με το επικαιροποιημένο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2015 – 2018, που είναι προσανατολισμένο στη συγκράτηση των δαπανών.

Πάντως, η ηγεσία του οικονομικού επιτελείου παραδέχεται ότι η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος της τάξης του 4,5% του ΑΕΠ από το 2016 και μετά είναι ένας στόχος μη ρεαλιστικός. Μάλιστα, θεωρεί πως η συζήτηση για αλλαγή προς τα κάτω του στόχου αυτού θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της συζήτησης για τη νέα ελάφρυνση του χρέους που θα ξεκινήσει στα τέλη του καλοκαιριού και αναμένεται να ολοκληρωθεί τον χειμώνα. Και σύμφωνα με πληροφορίες, αυτό θα επιδιώξει η κυβέρνηση στην επόμενη διαπραγμάτευση.