ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πόσοι υποψήφιοι της Αθήνας μένουν στην Αθήνα;

Πόσοι υποψήφιοι της Αθήνας μένουν στην Αθήνα;

«Πόσοι από τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους στο δήμο της Αθήνας, κατοικούν ή έστω, δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στην Αθήνα;»

28 Απριλίου πέφτει το ερώτημα στο δημοσιογραφικό τραπέζι – ποιός να φανταζόταν τις δυσκολίες της απάντησης.

Αυτονόητα τα επόμενα βήματα: αναζητάς πρώτα το «δεξί χέρι» του κάθε υποψήφιου δημάρχου κι αρχίζεις επαφές με τους συνδυασμούς, τουλάχιστον τους τρεις επικρατέστερους: «Γ.Καμίνης – Δικαίωμα στην Πόλη», «Αθήνα Μπορείς» του Άρη Σπηλιωτόπουλου και «Ανοιχτή Πόλη» του Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Προφανώς σε πυρετώδη προετοιμασία τα επιτελεία – τί έμενε μέχρι τις αυτοδιοικητικές; Δύο εβδομάδες, όχι παραπάνω. Μπορώ να φανταστώ την εικόνα: τα στελέχη να ξημεροβραδιάζονται μπροστά στον υπολογιστή, τηλέφωνα να χτυπούν ασταμάτητα, μηνύματα και e-mail βροχή, σταχτοδοχεία που ξεχειλίζουν και ντελίβερι να πηγαινοέρχονται. Και μέσα στον πανικό, το αίτημά μου: «Θα χρειαστούμε λίστα με τα ονόματα των υποψήφιων, τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις τους καθώς και τις περιοχές που κατοικούν».

Μεσολαβεί Πρωτομαγιά. Ξημερώνει Παρασκευή, 2 του μηνός. Αρχίζουν οι τηλεφωνικές κρούσεις. Το πρωινό χάνεται, πέφτουν όλες ανεξαιρέτως στο κενό. Μεσημεριάζει, στέκομαι πιο τυχερή. Πρώτα ακούω την υπεύθυνη από το γραφείο του Γ. Σακελλαρίδη. Εξηγώ. «Μμμ… Δύσκολο». Επιμένω.

– «Μπορώ να σας δώσω τα ονόματα. Δεν έχουμε όμως διευθύνσεις».

– «Τί εννοείτε; Δεν γνωρίζετε που κατοικούν οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι του συνδυασμού σας;»

– «Οι άλλοι, σας έχουν δώσει;»

Επανέρχομαι με το αίτημα. «Θα δω τι μπορώ να κάνω». Κλείνουμε.

Προσπαθώ να επικοινωνήσω με το επιτελείο του Αρη Σπηλιωτόπουλου. Αδύνατον. Στέλνω γραπτό μήνυμα: «Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μου σχετικά με ρεπορτάζ κλπ κλπ.» Και πάλι, κενό. Απανωτά τηλεφωνήματα και στο γραφείο του Γιώργου Καμίνη. Επισης, γραπτό μήνυμα. Αργά το μεσημέρι, ανταποκρίνονται. Εξηγώ τι θέλω. «Χρειάζεται χρόνος», η αναμενόμενη απάντηση -στην ευγενέστεερη δυνατή διατύπωση πάντως. «Πιέζομαι…Τη θέλω μέχρι Κυριακή το αργότερο». «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε. Ξαναμιλάμε», με καθησυχάζουν.

Τα τηλεφωνήματα προς Σακελλαρίδη συνεχίζονται. Η συχνότητα επαφής εδραιώνει πλέον τον ενικό με την συνεργάτιδα στην άλλη άκρη της γραμμής. «Έλα, κάναμε κάτι;» Στο ίδιο μοτίβο μέχρι το βράδυ. Βρίσκομαι ακόμη στο απόλυτο μηδέν. Η οικειότητα δεν εξασφαλίζει κανένα αποτέλεσμα. Αντιλαμβάνομαι τη διάθεση να εξυπηρετηθώ, πλην όμως διακρίνω και μία επιφυλακτικότητα: «Αν δώσουμε εμείς και όχι οι άλλοι;», διαβάζω τη σκέψη της κοπέλας.

Ιδανικά, θα περίμενα να ανοίξω μπροστά μου τις λίστες, να αντιπαραβάλλω ονόματα και διεθύνσεις και να ξεκινήσω στατιστικά: από τόσους υποψήφιους, τόσοι κατοικούν στο κέντρο, τόσοι μένουν αλλού αλλά εργάζονται Αθήνα. Όσο για τους υπόλοιπους, οι οποίοι εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται να έχουν καμία σχέση με το δήμο της Αθήνας, δεν μπορεί… κάποιο λόγο θα έχουν για να βάζουν υποψηφιότητα. Εξαργυρώνουν την αναγνωρισιμότητά τους; Μήπως διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις τους σε κάποιο τομέα, ώστε η παρουσία τους είναι απαραίτητη στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης; Ίσως, μάλιστα, να ζητούσα μία δήλωση από μερικούς: «Γιατί είναι τόσο ισχυρή η επιθυμία σας να κατέβετε υποψήφιος στην  Αθήνα;».

Σαββατοκύριακο, άγχος. Δευτέρα πρωί, ο νέος κύκλος. Ο μήνας έχει πάει 5. Οι κλήσεις προς το γραφείο Σπηλιωτόπουλου, θα στεφθούν για μία ακόμη φορά από αποτυχία. Η φιλική σχέση με την κυρία από τον Σακελλαρίδη, συνεχίζει να οικοδομείται μέσα από τα τηλεφωνήματα – εξαντλείται όμως εκεί. Πριν το μεσημέρι, παραλαμβάνω λίστα από τογραφείο του Γ.Καμίνη. Ένα excellάκι, αριστούργημα! Όλα όσα ήθελα. Και οι περισσότεροι, μένουν στο κέντρο. Ο μηχανισμός της προεκλογικής εκστρατείας του νυν δημάρχου, αποδεικνύεται επαρκής.

Στρέφομαι πλέον αποκλειστικά στα γραφεία των άλλων δύο συνδυασμών. Έχει βραδιάσει όταν μία εξουθενωμένη φωνή απαντά από το γραφείο Σπηλιωτόπουλου. «Το βλέπουμε», απαντά ο κύριος, χωρίς να μου δώσει περαιτέρω ελπίδες, μόλις λέω τι αναζητώ. Έχει πάει Τρίτη. Ξαναπροσπαθώ με Σπηλιωτόπουλο, μάταια. Η «κολλητή» μου πλέον από το Σακκελαρίδη, πρόθυμη πάντα και έχοντας εξασφαλίσει ότι μία λίστα έχει ήδη     δοθεί από αλλού, μου λέει με άλλο αέρα: «Τί να κάνω; Είναι 98 οι υποψήφιοι. Έχω ήδη πάρει 15 τηλέφωνα, μένουν όλοι Αθήνα. Να συνεχίσω; Θέλει χρόνο». «Αφού δεν γνωρίζεις τόπο κατοικίας, γιατί δεν μου δίνεις τις ηλεκτρονικές τους διευθύνσεις να επικοινωνήσω εγώ;», αντιπροτείνω. «Αδύνατον. Επειδή η προβολή τους γίνεται κεντρικά, δεν μπορώ να δώσω μεμονωμένα e-mail». «Τότε, σου στέλνω γραπτώς το αίτημά μου και το προωθείς στους υποψήφιους». «ΟΚ!». Η πρώτη αποστολή αποτυγχάνει, αργώ να το καταλάβω. Μεσολαβεί πολύτιμος χρόνος. Επαναλαμβάνω δεύτερη, έρχεται η επιβεβαίωση. «Το λάβαμε».
Μείναμε εκεί. Δεν επικοινωνήσαμε ξανά.

Έχει τελειώσει η Τετάρτη. Στα χέρια μου έχω μόνο τη λίστα του Καμίνη. Απογοήτευση και απορία: Mα καλά, δεν δηλώνουν τόπο κατοικίας οι υποψήφιοι; Να στείλω και θερμές ευχές: «Καλή επιτυχία σε όλους» – αλλά δεν ξέρω πού.