ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με αφορμή την ανακήρυξη του κ. Τσίπρα ως επιτίμου διδάκτορος…

Με αφορμή την ανακήρυξη του κ. Τσίπρα ως επιτίμου διδάκτορος…

Καλωσορίζω τον κ. πρωθυπουργό στην ακαδημαϊκή κοινότητα των ομοτέχνων μου. Ο τίτλος του επιτίμου διδάκτορος που του απενεμήθη, συνοδεύεται συνήθως από επαρκή αιτιολόγηση του εισηγουμένου καθηγητού εκ μέρους του Τμήματος αλλά και από σχετική εισήγηση του τιμωμένου εις το αντικείμενο, το οποίο θεραπεύει. Δυστυχώς στη δημοσιότητα εδόθησαν λίγα μόνο αποσπάσματα της εισηγήσεως του κ. πρωθυπουργού, για τα οποία ας μου επιτραπεί να κάνω λίγα σχόλια, οικονομολόγος προς οικονομολόγο πλέον.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του κ. πρωθυπουργού, αντιλαμβάνομαι ότι η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας αντιμετωπίζεται ως αποτυχία των αγορών. Οτι η αποτυχία αυτή οφείλεται ή και εντείνεται από τις σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας των λεγόμενων τεχνοκρατών οικονομολόγων και των πιστωτών, πολιτικές οι οποίες και οδήγησαν στη χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας. Οι πολιτικές αυτές παράγουν μόνο ύφεση, όπως υποστηρίζεται, και κοινωνική παρακμή. Και ότι η κυβέρνηση της Ελλάδος στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε ή να τις δεχθεί ή να χρεοκοπήσει. Και, τέλος, ότι όλα αυτά είναι αντιπροσωπευτικά της λεγόμενης οικονομίας του χρέους, η οποία οδηγεί σε περικοπές μισθών και συντάξεων και γενικώς σε σκληρές πολιτικές λιτότητας, ώστε να εξυπηρετηθεί και το υπέρογκο χρέος.

Προφανώς τα αποσπάσματα από τα δελτία Τύπου αδικούν κατάφωρα την εισήγηση, καθώς τα επιχειρήματα είναι τουλάχιστον αποσπασματικά και αλυσιτελή.

Εξηγούμαι: οι αγορές ενδεχομένως να στερούνται τέλειας πληροφόρησης και να συνεχίζουν να δανείζουν μια προβληματική οικονομία για κάποιο διάστημα, όμως η διαφορά εγχωρίου παραγωγής και συνολικής δαπάνης ή απορρόφησης, η οποία αντικατοπτρίζεται άμεσα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, δίδει πάντα στο τέλος μια πιστή εικόνα της διαφοράς ανάμεσα στην παραγωγή και τη δαπάνη μιας οικονομίας. Η ελληνική οικονομία βρέθηκε το 2009 και 2010 με μια υπέρβαση δαπάνης που πλησίαζε το 15% του ΑΕΠ, δηλαδή ξεπερνούσε ετησίως τα 35 δισ. ευρώ. Ο μόνος τρόπος για να συνεχίσει να χρηματοδοτεί ένα τέτοιο πρωτοφανές έλλειμμα είναι να περιστείλει αμέσως τη δαπάνη. Δυστυχώς άμεσα περιθώρια αύξησης της εγχώριας παραγωγής με τόνωση της ζήτησης και άλλες ψευτοκεϋνσιανές μπαρούφες δεν πρέπει να διαδίδονται από διάφορους Μίκυ Μάους οικονομολόγους γιατί μας ακούει και ο Τζον Μέιναρντ Κέυνς από τον ουρανό. Θέλω να τονίσω με έμφαση αυτό που ακολουθεί: η συσταλτική δημοσιονομική πολιτική ως αποτέλεσμα της τεράστιας διαφοράς εισαγωγών και εξαγωγών και, ως αποτέλεσμα, αχανών δημοσιονομικών ελλειμμάτων είναι μια αναγκαιότητα, είναι μια κατάσταση, δεν είναι επιλογή πολιτικής. Ιδίως, πολύ περισσότερο όταν οι αρχές στερούνται του εργαλείου της νομισματικής πολιτικής, η χαλάρωση του οποίου θα επέτρεπε κάποια ελάχιστη, προσωρινή ανάκαμψη της ανταγωνιστικότητας και ενδεχομένως θα περιόριζε ίσως κατά τι τη δημοσιονομική περιστολή, αν και αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο υπό τις παρούσες συνθήκες. Μένει, λοιπόν, η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση», δηλαδή η υποτίμηση πραγματικών στοιχείων του κόστους αγαθών, υπηρεσιών και γενικώς περιουσιακών στοιχείων, ως ανάγκη να τονιστεί η ανταγωνιστικότητα, να ανακάμψουν οι εξαγωγές και να ανακαταληφθούν κομμάτια της εσωτερικής αγοράς από εγχωρίως παραγόμενα αγαθά και υπηρεσίες, και το ζήτημα είναι εφ’ εξής ο τρόπος και η διαφορετικότητα με την οποία θα εφαρμοστεί. Για παράδειγμα, αν θα δώσει προτεραιότητα στην αύξηση των φόρων ή τη μείωση των δαπανών, αν θα αφορά περισσότερο τον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, με τι διαρθρωτικές αλλαγές θα συνδυαστεί, κ.ο.κ.

Οσον αφορά τη χρεοκοπία, εν προκειμένω της ελληνικής οικονομίας, αυτή προηγήθηκε των πράγματι δρακόντειων πολιτικών περιστολής, οι οποίες μάλιστα ήταν και ανορθολογικά κατανεμημένες εσωτερικά, με σημαντική ευθύνη των πιστωτών στην ελληνική περίπτωση. Σε κανέναν μας, δε, δεν αρέσει η λεγόμενη λιτότητα. Και πράγματι γεννά κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα, και ιδίως προκαλεί πολιτική παρακμή και εξτρεμισμό που χειροτερεύουν δραματικά την κατάσταση. Οπως είπα όμως και πριν, είναι ένα αποτέλεσμα, μια κατάσταση, και όχι επιλογή.

Και κάτι τελευταίο για το χρέος. Γίνεται πολύς λόγος, από την κυβέρνηση αλλά και από μερίδα των πιστωτών (ΔΝΤ), σχετικώς με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Ακόμη και το λεγόμενο γραφείο προϋπολογισμού της Βουλής ισχυρίζεται συνεχώς ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Πραγματικά, όμως, είναι να απορεί κανείς με την έλλειψη στοιχειώδους τεκμηρίωσης των ισχυρισμών. Η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται όχι από το ύψος ή τη μελλοντική αξία του αλλά από την παρούσα αξία του, από τη μέση ωρίμανσή του, την εξυπηρέτηση και τα επιτόκια, τον ονομαστικό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ. Η Ελλάδα έχει πρωτοφανώς υψηλή μέση ωρίμανση γύρω στα 18 έτη, απολαμβάνει επίσης πρωτοφανώς χαμηλό μέσο επιτόκιο εξυπηρέτησης 2,5% για τα επόμενα 10 χρόνια και για πάντα, και για να δώσω μια πραγματική εικόνα, μέχρι και το 2020 η ωρίμανση των ομολόγων αγγίζει τα 50 δισ. ευρώ. Η Πορτογαλία με παρόμοιο ΑΕΠ έχει επιτόκια εξυπηρέτησης για τα επόμενα 10 έτη 4,5% και το χρέος της που ωριμάζει είναι περίπου 110 δισ. ευρώ μόνο μέχρι το 2020! Για την Ιταλία δε, η κατάσταση είναι τραγική, καθώς η ωρίμανση των ομολόγων της μέχρι το 2020 φτάνει σχεδόν το 1 τρισ. Κατά τα άλλα, οι Ελληνες ψηφοφόροι ετοιμάζονται να ακούσουν ότι η Ελλάς πέτυχε την περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους για τα παιδιά της, ενώ το μεγαλύτερο έγκλημα που διαπράττεται τον καιρό αυτό είναι η πρωτοφανής υπονόμευση του μέλλοντος της χώρας, δηλαδή των παιδιών της. Και αυτό παρά το ότι σχετικώς προσφάτως είχε πετύχει τη μεγαλύτερη στην παγκόσμια ιστορία απομείωση δημοσίου χρέους μέσου του PSI.

* Ο κ. Θ. Πελαγίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και Senior Fellow, Brookings Institution. Το τελευταίο του βιβλίο με τον Μ. Μητσόπουλο, «Who’s to Blame for Greece», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις MacMillan/Palgrave, 2016.