ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπαρκτά «αγκάθια» και μετά τη Σμύρνη

Υπαρκτά «αγκάθια» και μετά τη Σμύρνη

ΣΜΥΡΝΗ – ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Σε δύο παράλληλους άξονες κινήθηκε η μακρά συνάντηση των κ. Τσίπρα και Νταβούτογλου στη Σμύρνη, στο πλαίσιο του 4ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας. Ο Ελληνας πρωθυπουργός από τη μια επενδύει στη συνεργασία με τη γειτονική χώρα για την αντιμετώπιση του προσφυγικού –δηλώνει ότι η πορεία των διμερών σχέσεων περνάει από τη διαχείριση του συγκεκριμένου ζητήματος, συντάσσεται με την Τουρκία την οποία περιγράφει ως θύμα της κρίσης και ασκεί κριτική στην Ευρώπη– και από την άλλη εγείρει ενστάσεις για τη συμπεριφορά της γείτονος έναντι της χώρας μας, ζητώντας τερματισμό των παραβιάσεων και παραβάσεων στον ελληνικό εναέριο χώρο και άρση της απειλής πολέμου που παραμένει σε ισχύ παρά τη σημαντική βελτίωση των διμερών σχέσεων και τις αναφορές του Τούρκου πρωθυπουργού στον Βενιζέλο και τον Ατατούρκ.

Προς το παρόν, και παρά τις προσωπικές φιλοφρονήσεις και τις ρητορικές προσδοκίες, η πολιτική πραγματικότητα παραπέμπει σε ένα αβέβαιο σκηνικό. Αν δεν υπάρξει συμφωνία στη σύνοδο της 17ης Μαρτίου, θα επηρεασθούν αρνητικά και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, τόσο σε ό,τι αφορά τη συνέχιση της ροής προσφύγων και μεταναστών όσο και στα διμερή ζητήματα.

Παρότι οι δύο πρωθυπουργοί συμφώνησαν στην κατ’ ιδίαν συνάντησή τους να προχωρήσουν με ταχείς ρυθμούς οι διερευνητικές συνομιλίες για επίλυση των διαφορών, τα «αγκάθια» παραμένουν. Οταν ο κ. Νταβούτογλου κλήθηκε από την «Κ» να εξηγήσει το οξύμωρο των αναφορών του περί φιλίας και ταυτόχρονα να βρίσκεται σε ισχύ το casus belli και να συνεχίζονται οι παραβιάσεις, κατέφυγε ουσιαστικά στην «αρχή της αμοιβαιότητας» επικαλούμενος την απόφαση του ελληνικού Κοινοβουλίου το 1996 σχετικά με το αναφαίρετο δικαίωμα της Αθήνας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια. «Το casus belli είναι η απάντηση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης στη δική σας απόφαση», υποστήριξε ο έμπειρος Τούρκος πρωθυπουργός, ο οποίος τρόπον τινά ταύτισε τις δύο αποφάσεις και πρόβαλε ως λογική λύση την ταυτόχρονη απόσυρσή τους. Ωστόσο, η ελληνική κίνηση, που απλά επισημαίνει ένα νόμιμο δικαίωμα που απορρέει από το διεθνές δίκαιο, δεν μπορεί να εξισώνεται με μια απειλή πολέμου και μάλιστα εναντίον συμμαχικής χώρας.

Οι παραβιάσεις

Οσο για τις παραβιάσεις, μια αναφορά στην απάντηση του Τούρκου πρωθυπουργού επιτρέπει διπλή ανάγνωση. «Αυτό που σε εσάς φαίνεται ως παραβίαση του εναέριου χώρου είναι περιοχές τις οποίες θεωρούμε για τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις δικό τους εναέριο χώρο», ανέφερε ο κ. Νταβούτογλου. Μένει να φανεί στην πράξη αν η ιδιαίτερη αναφορά στις «τουρκικές ένοπλες δυνάμεις» ήταν τυχαία ή αν σημαίνει ότι την προσέγγιση αυτή δεν υιοθετεί απαραίτητα η πολιτική ηγεσία. Μια τέτοια διαφοροποίηση, που όμως μάλλον δεν υφίσταται, θα άνοιγε ένα παράθυρο υπέρβασης του προβλήματος. Πάντως, ο κ. Νταβούτογλου αναγνώρισε ότι η αυξημένη δραστηριότητα στο Αιγαίο δεν συνάδει με τις βελτιούμενες σχέσεις, σημειώνοντας ότι μπορεί να οδηγήσει σε ατύχημα, και διεμήνυσε ότι θα καταβληθεί προσπάθεια να περιορισθεί.

Στο μείζον ζήτημα της αντιμετώπισης του προσφυγικού, ήρθε ο Τούρκος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων να υπογραμμίσει ότι η Τουρκία δεν θα δεχθεί την επαναπροώθηση στο έδαφός της προσφύγων και μεταναστών που βρίσκονται ήδη στα ελληνικά νησιά. Μια συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας για την επανεισδοχή προσφύγων και μεταναστών δεν αφορά εκείνους που βρίσκονται ήδη στα ελληνικά νησιά, αλλά όσους θα φθάσουν μετά την εφαρμογή της συμφωνίας, διευκρίνισε ο Βολκάν Μπαζκίρ.

Και στις δύο περιπτώσεις –ελληνοτουρκικές σχέσεις, προσφυγικό– ο κ. Τσίπρας δεν κινείται συμβατικά, επενδύοντας, ίσως σε υπερβολικό βαθμό, στις προθέσεις της γειτονικής χώρας, οι οποίες, όμως, δεν έχουν επιβεβαιωθεί στην πράξη.