ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αναζητούν μέτρα για δημοσιονομικό κενό 2,5%-3%

Αναζητούν μέτρα για δημοσιονομικό κενό 2,5%-3%

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Χωρίς κοινή θέση αλλά με σκοπό να δώσουν μία ανάσα στην ελληνική κυβέρνηση και συγχρόνως να βρεθεί μία καταρχήν κοινή βάση μεταξύ τους, επέστρεψαν οι θεσμοί στην Αθήνα την περασμένη Τετάρτη. «Ηταν εντυπωσιακό να έχουμε την ελληνική κυβέρνηση να μας πιέζει τόσο έντονα να επιστρέψουμε στην Αθήνα» λέει αξιωματούχος των θεσμών στην «Κ».

Και ενώ η επιστροφή της τρόικας είναι μία θετική εξέλιξη, ο λόγος που καθυστερούσε η επιστροφή παραμένει και αφορά τη διαφορά υπολογισμού του δημοσιονομικού κενού μεταξύ της Ευρώπης και του ΔΝΤ. Ο βασικός στόχος της αποστολής είναι να συμφωνήσουν στα μέτρα που θα καλύπτει το δημοσιονομικό κενό που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εντοπίζουν στο 2,5% με 3% και όχι το σημαντικά μεγαλύτερο κενό που εντοπίζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στο περίπου 4,5%. «Θέλουμε να πετύχουμε μία συμφωνία με τις ελληνικές αρχές τουλάχιστον στο αρχικό δημοσιονομικό κενό και μετά βλέπουμε», εξηγεί Ευρωπαίος αξιωματούχος στην «Κ», ενώ προσθέτει ότι σημαντικό ρόλο θα παίξουν και τα στοιχεία της Eurostat τα οποία αναμένονται να δημοσιοποιηθούν τον Απρίλιο.

Κατά τη διάρκεια του Eurogroup της Τετάρτης οι Ευρωπαίοι έδωσαν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο την υπόσχεση ότι θα ανοίξει η συζήτηση για το χρέος άμεσα, έτσι ώστε να συμφωνήσουν να βρεθούν μαζί με τους εκπροσώπους της Κομισιόν και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας  στην Αθήνα. «Το έχουμε υποσχεθεί εδώ και καιρό και τώρα η στιγμή έχει έρθει πιο κοντά» είπε ο κ. Ντάισελμπλουμ μετά το Eurogroup και ξεκαθάρισε ότι ενώ οι συζητήσεις για το χρέος δεν συνδέονται με την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, «υπάρχει ένας δυνατός δεσμός μεταξύ των δύο και θα αρχίσουμε τις συζητήσεις για ελάφρυνση χρέους, που θα μας επιτρέψει να φτάσουμε την πολιτική συμφωνία». Γι’ αυτό και αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες λένε ότι ο τελικός αποδέκτης της δήλωσης του Ντάισελμπλουμ μπορεί να μην ήταν η Αθήνα αλλά περισσότερο το ΔΝΤ.

Η συμμετοχή του ΔΝΤ στην Αθήνα, παρά το μεγαλύτερο δημοσιονομικό κενό που βλέπει, θα έχει δύο συνέπειες. Αφενός, μία πιο αυστηρή προσέγγιση ως προς τα δημοσιονομικά μέτρα, κάτι που είναι αρνητικό για την Ελλάδα και αφετέρου την υποχρέωση οι Ευρωπαίοι να βάλουν το θέμα του χρέους στο τραπέζι νωρίτερα.

Λήξη ομολόγων

Σε αυτό που φαίνεται να συμφωνούν όλοι είναι ότι ο Ιούλιος, λόγω της λήξης ομολόγων προς την ΕΚΤ, είναι το απόλυτο χρονικό ορόσημο που θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η πρώτη αξιολόγηση. Και αυτό για δύο λόγους:

Πρώτον, γιατί η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της μέχρι τότε. Από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ήδη χτυπάνε καμπανάκι ότι η ρευστότητα της χώρας θα φτάσει στο «κόκκινο» από τον Απρίλιο.

Δεύτερον, γιατί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οποιαδήποτε επιδείνωση του ελληνικού προγράμματος μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το δημοψήφισμα της Αγγλίας που αναμένεται να γίνει τον Ιούνιο για παραμονή στην Ευρώπης. Γι’ αυτό δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς την πίεση της αγγλικής πλευράς προς την Κριστίν Λαγκάρντ για να κλείσει η αξιολόγηση.

Eνώ υπάρχουν πολλές παράμετροι αβεβαιότητας, ένα αισιόδοξο σενάριο αλλά με πολλά ερωτήματα, περιλαμβάνει συμφωνία όλων των πλευρών για τα μέτρα με σημαντικές εγγυήσεις για τους δανειστές και επώδυνα μέτρα για την ελληνική κυβέρνηση. Συγχρόνως εκκίνηση της συζήτησης για το χρέος που ζητεί επίμονα το ΔΝΤ, συμφωνία μεταξύ των θεσμών (staff level agreement) και μετά παρουσίαση της συμφωνίας στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ που θα πρέπει να δεχθεί τη νέα συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα.

Πιο πιθανό σενάριο, πάντως, φαίνεται να είναι να επιστρέφουν οι θεσμοί από την Αθήνα στις βάσεις τους πριν από το καθολικό Πάσχα (27 Μαρτίου), να ενημερώνουν για την πρόοδο που πιθανώς θα έχει επιτευχθεί και να αναμένουν από τον κ. Ντάισελμπλουμ και το Eurogroup, ανάλογα με την πρόοδο στα μέτρα και την κάλυψη του δημοσιονομικού κενού, τα επόμενα βήματα. Αξιωματούχοι δεν αποκλείουν οι περαιτέρω αποφάσεις σχετικά με το ελληνικό πρόγραμμα να ληφθούν ακόμα και σε επίπεδο Eurogroup.