ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ελληνική οικονομία γύρισε πίσω στο 2003

Η ελληνική οικονομία γύρισε πίσω στο 2003

Δεκατρία χρόνια πίσω, στο μακρινό πλέον 2003, επέστρεψε η ελληνική οικονομία, μετά το αρνητικό πρόσημο που καταγράφηκε στο ΑΕΠ το 2015 για έβδομη συνεχή χρονιά. Σε όρους κατά κεφαλήν εισοδήματος, από τις περίπου 16.000 ευρώ που εισπράτταμε το 2003, φτάσαμε να έχουμε εισόδημα 21.845 ευρώ το 2008 με την ανάπτυξη να μας φέρνει αύξηση του μέσου εισοδήματος κατά τουλάχιστον 36%. Κι ύστερα ήρθε η ύφεση: το μέσο εισόδημα «επέστρεψε» και πάλι κοντά στις 16.000 ευρώ.

Αυτή η… διαδρομή, από τα χαμηλά της δραχμής –το ευρώ μπήκε για πρώτη φορά στη ζωή μας το 2002– στα ψηλά του 2008 και πίσω στα χαμηλά του 2016, άφησε… κατάλοιπα: διπλασιασμό του δημοσίου χρέους, υπερδιπλασιασμό του ιδιωτικού χρέους στις τράπεζες και εκτόξευση των επισφαλειών, πολλαπλασιασμό των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, απώλεια περιουσίας κυρίως από ακίνητα και μετοχές, αλλά και τουλάχιστον 700.000 χαμένες θέσεις εργασίας. Εμειναν ωστόσο η ακρίβεια και η υπερφορολόγηση.

Η «φούσκα» που προκάλεσε η είσοδος της χώρας στην Ευρωζώνη και συντηρήθηκε από τον πακτωλό των δισεκατομμυρίων που έπεσαν στην αγορά –κυρίως μέσω της αύξησης του δημοσίου χρέους και της εκτόξευσης του δανεισμού προς τις τράπεζες– πρακτικά έχει «σκάσει», γεγονός που αποδεικνύεται και από τους επίσημους δείκτες:

1. Ο δείκτης τιμών κατοικιών, που παρακολουθεί η Τράπεζα της Ελλάδος, επέστρεψε το 2015 στα επίπεδα της δραχμής, καθώς διαμορφώθηκε στις 155,1 μονάδες έναντι 157,5 μονάδων που ήταν το 2001. Ο «κύκλος» περιελάμβανε ανατιμήσεις άνω του 65% στο διάστημα 2001-2008 αλλά και υποτιμήσεις της τάξεως του 40% από το 2008 μέχρι το 2015.

2. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 111 δισ. ευρώ –περίπου μισό ΑΕΠ– από τότε που μπήκαμε στο ευρώ μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2009. Ολόκληρο αυτό το ποσό εξαφανίστηκε μέσα στην περίοδο των μνημονίων και πλέον τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις μοιράζονται μόλις 123 δισ. ευρώ, λίγο λιγότερα σε σχέση με αυτά που υπήρχαν «αποθηκευμένα» στις τράπεζες τον Δεκέμβριο του 2001.

3. Οι αξίες που «γεννήθηκαν» και χάθηκαν λόγω των επενδύσεων σε εταιρείες πρακτικά δεν μπορούν να υπολογιστούν. Μοναδικό μετρήσιμο μέγεθος, η χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων εταιρειών στην οποία θα πρέπει να προστεθεί και ο πακτωλός των δισ. που επενδύθηκαν μέσω των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου. Η τρέχουσα χρηματιστηριακή αξία διαμορφώνεται στα 40-45 δισ. ευρώ ανάλογα με τη συνεδρίαση, με την κεφαλαιοποίηση να αντιστοιχεί περίπου στο 22% του ΑΕΠ. Τέτοια αναλογία έχει να καταγραφεί στο ελληνικό Χρηματιστήριο από το 1996. Το 2003 η κεφαλαιοποίηση ήταν 85 δισ. ευρώ στο κλείσιμο της χρονιάς.

Η μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ βρήκε τη Σοφοκλέους με χρηματιστηριακή αξία 97 δισ. ευρώ. Δηλαδή, στα χρόνια του ευρώ οι χρηματιστηριακές αξίες έχουν υποχωρήσει κατά 55-60 δισ. ευρώ ενώ αν προστεθούν και οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που «εξαερώθηκαν» (ειδικά τα τελευταία χρόνια μπήκαν πάνω από 40 δισ. ευρώ μόνο στις τράπεζες), οι συνολικές απώλειες υπερβαίνουν τα 100 δισ. ευρώ.

Τι άφησε πίσω της αυτή η περίοδος «φουσκώματος» και «ξεφουσκώματος» της οικονομίας στα χρόνια του ευρώ;

1. Τεράστιες δανειακές υποχρεώσεις απέναντι στις τράπεζες. Το συνολικό ύψος των δανείων, από τα 74,6 δισ. ευρώ που ήταν τον Δεκέμβριο του 2001 και τα 87 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2002, έφτασαν στο επίπεδο ρεκόρ των 257,4 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2010 για να υποχωρήσουν σήμερα στα 203,9 δισ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, με το ίδιο εισόδημα που είχαν και το 2003, οι Ελληνες καλούνται να εξυπηρετήσουν διπλάσια δάνεια ή υποχρεώσεις αυξημένες κατά 100 δισ. ευρώ. Συμπτωματικά, η μεταβολή στα χρέη από το 2003 μέχρι το 2016 –τα 100 δισ. ευρώ– ισούται και με το ύψος των «κόκκινων» δανείων.

2. Πρόσθετες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία ύψους τουλάχιστον 55 δισ. ευρώ. Παραδοσιακά, τα ληξιπρόθεσμα χρέη κινούνταν στο επίπεδο των 25-30 δισ. ευρώ. Σήμερα, έχουν ξεπεράσει και τα 86 δισ. ευρώ. Αν μάλιστα προστεθούν και οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία, τότε το χρέος προσεγγίζει τα 110 δισ. ευρώ.

3. Ενα δημόσιο χρέος το οποίο έχει εκτοξευτεί από τα 168 δισ. ευρώ το 2003 (ή τα 151 δισ. ευρώ το 2001) στα 320 δισ. ευρώ, παρά τα δύο προγράμματα απομείωσης (PSI). Το μόνο που μας έχει σώσει σε επίπεδο κρατικού προϋπολογισμού είναι η πτώση των επιτοκίων και οι περίοδοι χάριτος, με αποτέλεσμα οι τόκοι του 2016 να είναι λιγότεροι (περίπου 6 δισ. ευρώ) συγκριτικά με το 2001-2003 (9-10 δισ. ευρώ) παρά τον διπλασιασμό του χρέους.

4. Εναν «στρατό» ανέργων. Οι απασχολούμενοι το 2002 ήταν 4,353 εκατομμύρια για να μειωθούν στο τέλος του 2015 στα 3,65 εκατομμύρια. Το ποσοστό της ανεργίας έχει υπερδιπλασιαστεί στο διάστημα 2002-2015, καθώς από το 10%-11% έχει εκτοξευτεί στο 24%-25%.

Ελάχιστη αύξηση εσόδων από φόρους

Θα ανέμενε κανείς τουλάχιστον τα φορολογικά έσοδα να έχουν αυξηθεί σε σχέση με το 2003. Κι αυτό, γιατί οι αυξήσεις των φόρων είναι συνήθης τακτική, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια, από το πρώτο μνημόνιο και μετά. Ωστόσο, αυτό το οποίο προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων είναι πως τα δηλωθέντα εισοδήματα έχουν μεταβληθεί λίγο. Με βάση τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, το άθροισμα των φορολογητέων εισοδημάτων φυσικών και νομικών προσώπων ήταν το 2003 γύρω στα 80 δισ. ευρώ ενώ το 2015 δηλώθηκαν στην εφορία περίπου 82 δισ. ευρώ.

Επί αυτών των εισοδημάτων ωστόσο, εφαρμόστηκαν πολύ υψηλότεροι φορολογικοί συντελεστές. Κι όμως, εντυπωσιακή αύξηση στα φορολογικά έσοδα δεν έχει καταγραφεί. Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της γενικής κυβέρνησης. Τα έσοδα από ΦΠΑ σε όλη την περίοδο από το 2002 έως το 2004 κυμαίνονταν περί τα 12-12,5 δισ. ευρώ. Τόσες περίπου –με απόκλιση μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων– ήταν και οι εισπράξεις του 2015, παρά τα πρόσθετα φορολογικά μέτρα της περυσινής χρονιάς.

Με συντελεστές 13% και 23% το 2015 έναντι 8% και 18% το 2003, εισπράξαμε το 2015 από ΦΠΑ 12,9 δισ. ευρώ, μόλις 400 εκατ. ευρώ παραπάνω από το 2003. Οι φόροι στο εισόδημα και στην περιουσία ήταν το 2003 και το 2004 περίπου 14,5 δισ. ευρώ. Είναι ζήτημα αν τα έσοδα από τους αντίστοιχους φόρους του 2015 έφτασαν στα 17 δισ. ευρώ. Μόνο ο ΕΝΦΙΑ που έχει προστεθεί είναι 2,7 δισ. ευρώ «από μόνος του».

Οσον αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές, το 2015 οι εισπράξεις των ασφαλιστικών ταμείων ήταν 19 δισ. ευρώ. Με απόκλιση 1-2 δισ. ευρώ, τόσα εισπράτταμε και την περίοδο 2002-2003. Και το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι: Στα κατά καιρούς οικονομικά επιτελεία δεν βλέπουν την παραπάνω πορεία των αριθμών;

Οι τιμές παραμένουν αισθητά υψηλότερες

Η επιστροφή στο… 2003 ισχύει για το μεικτό εισόδημα του Ελληνα όπως αυτό μετριέται σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Για το καθαρό εισόδημα, ενδεχομένως να χρειάζεται να γυρίσουμε στα χρόνια της δραχμής, καθώς και οι τιμές παραμένουν πολύ υψηλότερες σε σχέση με τα προ 12ετίας επίπεδα αλλά και οι φόροι υπολογίζονται με δραματικά μεγαλύτερους συντελεστές σε σχέση με τότε.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι τιμές είναι τουλάχιστον κατά 25% υψηλότερες σε σχέση με τα προ 12ετίας επίπεδα ενώ οι φορολογικοί συντελεστές έχουν αυξηθεί από 15% έως και 400% σε αρκετές περιπτώσεις. Ετσι, προκύπτει ότι οι 16.000 ευρώ του 2015 έχουν πλέον πολύ μικρότερη αξία σε σχέση με τις 16.000 ευρώ του 2003.

Η σύγκριση των φόρων που πληρώναμε το 2003 με τους φόρους που πληρώνουμε σήμερα είναι αποκαλυπτική:

1. Ο μισθωτός (οικογενειάρχης με δύο παιδιά) και εισόδημα 16.000 ευρώ πλήρωνε το 2003 φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων της τάξεως των 1.530 ευρώ, παρά το γεγονός ότι τότε το αφορολόγητο των μισθωτών ήταν μικρότερο από ό,τι σήμερα (8.400 ευρώ έναντι 9.550 ευρώ). Τότε υπήρχε βέβαια και η έκπτωση φόρου για τα παιδιά (210 ευρώ για δύο παιδιά) οπότε ο μισθωτός κατέληγε να πληρώνει 1.320 ευρώ στην εφορία.

Σήμερα, ο εργαζόμενος των 16.000 ευρώ ετησίως πληρώνει 1.532 ευρώ καθώς έχει αφαιρεθεί έκπτωση για τα παιδιά και έχει προστεθεί η εισφορά αλληλεγγύης. Επίσης, αν υλοποιηθούν τα σχέδια για μείωση του αφορολογήτου, ο φόρος μπορεί να εκτοξευτεί για το 2016 ακόμη και πάνω από τις 2.000 ευρώ. Αύξηση φόρου στην περίοδο 2003-2015: 16% με προοπτική το ποσοστό να ανεβεί ακόμη περισσότερο, στο 50% αν μειωθεί το αφορολόγητο.

2. Για τον ελεύθερο επαγγελματία των 16.000 ευρώ ο φόρος έχει εκτοξευθεί. Το 2003 πλήρωνε 1.370 ευρώ και τώρα καταβάλλει 650 ευρώ τέλος επιτηδεύματος και 4.160 ευρώ φόρο εισοδήματος, δηλαδή συνολικά 4.810 ευρώ. Η ποσοστιαία αύξηση φόρου από το 2003 μέχρι το 2015 φτάνει στο 250%. Η σύγκριση με το 2003 είναι εφιαλτική και στην έμμεση φορολογία.

Ο ΦΠΑ πριν από 12 χρόνια υπολογιζόταν με συντελεστή 18% και όχι 23%. Ο ΦΠΑ στα περισσότερα προϊόντα αυξήθηκε κατά 27%. Υπήρχαν εκατοντάδες προϊόντα και υπηρεσίες (κυρίως τρόφιμα και ήδη πρώτης ανάγκης, στα οποία ο φορολογικός συντελεστής αυξήθηκε από το 8% στο 23%, δηλαδή κατά 187,5%). Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης έχει τετραπλασιαστεί, ενώ πολύ μεγάλες αυξήσεις έχουν γίνει σε τσιγάρα, οινοπνευματώδη, βενζίνες και τέλη κυκλοφορίας.

Σημαντικότατες έμμεσες επιβαρύνσεις, που δεν υπήρχαν προ 12ετίας, πηγάζουν από τον πολλαπλασιασμό (και σε τιμές και σε αριθμό) των τεκμηρίων διαβίωσης. Οσον αφορά το μεγαλύτερο «χτύπημα» που δέχθηκαν τα νοικοκυριά, αυτό δεν ήταν άλλο από τον φόρο στην ακίνητη περιουσία. Το 2003 υπήρχε μόνο ο ΦΜΑΠ για τους έχοντες πολύ μεγάλη ακίνητη περιουσία με αντικειμενική αξία άνω των 400.000 ευρώ (τότε έπαιζε ρόλο και η οικογενειακή κατάσταση προκειμένου να προσδιοριστεί η εξαίρεση από τον ΦΜΑΠ).

Εννοείται ότι οι αντικειμενικές αξίες ήταν πολύ χαμηλότερες καθώς μεσολάβησε η αύξηση του 2005 και του 2007. Αυτός ο φόρος, τον οποίο πλήρωναν 200.000 ιδιοκτήτες, αντικαταστάθηκε από τον ΕΝΦΙΑ τον οποίο πλέον πληρώνουν έξι εκατομμύρια ιδιοκτήτες ακινήτων.

Πληθωρισμός. Παρά τις τάσεις αποπληθωρισμού των τελευταίων τριών ετών (τον Φεβρουάριο συμπληρώθηκαν τρία χρόνια μείωσης του δείκτη τιμών καταναλωτή), οι τιμές παραμένουν αισθητά υψηλότερες σε σχέση με την προ του 2003 εποχή. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε το 2015 στις 105,52 μονάδες όταν το 2001, τελευταίο έτος κατά το οποίο χρησιμοποιούσαμε τη δραχμή, ο ίδιος δείκτης υπολογιζόταν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή στις 78,155 μονάδες και το 2003 στις 83,85 μονάδες.

Δηλαδή, το καλάθι της νοικοκυράς είναι ακριβότερο κατά 25,8% σε σχέση με το 2003, παρά το γεγονός ότι το εισόδημα του 2015 είναι περίπου το ίδιο με αυτό του 2003. Οσον αφορά τη σύγκριση με το τελευταίο έτος της δραχμής, οι τιμές σήμερα είναι υψηλότερες κατά 35%.