ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γιατί τα νέα μέτρα φάνταζαν αναπόφευκτα

Γιατί τα νέα μέτρα φάνταζαν αναπόφευκτα

Μια επικίνδυνη τροπή φαινόταν να παίρνει η πιο παράδοξη διαπραγμάτευση των τελευταίων ετών με τους θεσμούς, ήδη από τα μέσα της εβδομάδας, καθώς ακόμα και αν επιτυγχανόταν συμφωνία, δεν θα ήταν οριστική. Θα ήταν στην ουσία ένα προσύμφωνο, το οποίο θα έπρεπε να συμπληρωθεί με επιπλέον μέτρα, όταν, στο δεύτερο μισό του Απριλίου, το ΔΝΤ θα έθετε θέμα συμμετοχής του στο ελληνικό πρόγραμμα μέσω της ελάφρυνσης του χρέους.

Η παραδοξότητα της τρέχουσας αξιολόγησης ήταν πως η τρόικα ήρθε στην Αθήνα χωρίς προηγουμένως το ΔΝΤ και οι δύο ευρωπαϊκοί θεσμοί (Κομισιόν, ΕΚΤ) να έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους για το ύψος του δημοσιονομικού κενού. Εως την Παρασκευή, το ΔΝΤ επέμενε ότι για να επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018, απαιτούνται επιπλέον μέτρα 7,5 δισ. (4,5% του ΑΕΠ). H Κομισιόν εκτιμούσε και εξακολουθεί να εκτιμά ότι χρειάζονται μέτρα 5 δισ. (3% του ΑΕΠ) και η Αθήνα 4,2 δισ. ευρώ (2,5% του ΑΕΠ).

Προκειμένου να προχωρήσει η διαπραγμάτευση, οι πιστωτές αποφάσισαν να συμφωνήσουν με την Αθήνα σε μέτρα που καλύπτουν κενό έως 2,5% – 3% του ΑΕΠ, «και μετά βλέπουμε». Δηλαδή 1% του ΑΕΠ από το ασφαλιστικό, 1% από το φορολογικό και περίπου 1% από άλλα μέτρα.

Σε ό,τι αφορά το φορολογικό, υπήρχε προσέγγιση, καθώς η κυβέρνηση δέχθηκε τελικά να μειώσει το αφορολόγητο όριο. Παρ’ όλα αυτά το ΔΝΤ επέμενε για ακόμη μεγαλύτερη μείωση.

Στο ασφαλιστικό σημειώθηκε, επίσης, πρόοδος, αφού η Αθήνα δέχθηκε μεγάλη περικοπή των επικουρικών συντάξεων, εθνική σύνταξη με 20 χρόνια ασφάλισης και μείωση των ποσοστών αναπλήρωσης.

Μεγάλη δυσκολία υπήρχε στο θέμα της πώλησης «κόκκινων» δανείων, ενώ αρκετές ήταν ακόμη οι εκκρεμότητες που αφορούν το νέο Ταμείο Αποκρατικοποιήσεων.

Η προσδοκία ήταν ότι επί όλων αυτών των θεμάτων θα υπάρξει συμφωνία στο πρώτο 15νθήμερο του Απριλίου, όταν οι εκπρόσωποι των δανειστών αναμενόταν να επιστρέψουν στην Αθήνα μετά τις πασχαλινές διακοπές τους.

Ακόμη όμως κι αν συμβεί αυτό, δεν θα οδηγήσει σε συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο (staff level agreement), όπως συνέβαινε σε προηγούμενες αξιολογήσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει εκταμίευση δόσης, καθώς ο κ. Σόιμπλε έχει ξεκαθαρίσει πως δεν μπορεί να περάσει από το Κοινοβούλιό του έγκριση δόσης αν η αξιολόγηση δεν προσυπογράφεται από το Ταμείο.

Το Ταμείο πάλι μιλούσε και μιλάει για μείωση του χρέους. Μόνο που αυτό συνεπάγεται για τις ευρωπαϊκές χώρες δύο επιλογές:

1. Να αποδεχθούν μείωση του δημοσιονομικού στόχου και μια πιο γενναιόδωρη ελάφρυνση του χρέους.

2. Να ξαναστείλουν την τρόικα στην Αθήνα με εντολή να ζητήσει από την κυβέρνηση επιπλέον μέτρα. «Αυτός ο κίνδυνος είναι υπαρκτός», λέει στην «Κ» κορυφαίος κυβερνητικός αξιωματούχος με άμεση εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις. «Το επιχείρημά μας είναι ότι εμείς έχουμε κάνει όσα έχουμε συμφωνήσει», συμπληρώνει. Το πόσο ισχυρό είναι αυτό το επιχείρημα μένει να αποδειχθεί.

Η πρώτη επιλογή, ειδικά η αλλαγή του εμβληματικού στόχου του 3,5% του ΑΕΠ το 2018, είναι πολιτικά δύσκολη για τους Ευρωπαίους και έχει μάλλον μηδενικές πιθανότητες, σύμφωνα με άλλη κυβερνητική πηγή. Εξάλλου, η δημοσιονομική ανάσα από μια ελάφρυνση του χρέους όπως την εννοούν οι Ευρωπαίοι, χωρίς «κούρεμα» των δανείων δηλαδή, είναι περιορισμένη έως το 2023. Ακόμη κι αν δώσουν περίοδο χάριτος για τους τόκους των δανείων, το όφελος είναι περίπου 700 εκατ. ευρώ. Δεν είναι αμελητέο, αλλά δεν μπορεί να καλύψει το κενό που εκτιμά το ΔΝΤ πως υπάρχει.

Πάντως και η δεύτερη επιλογή δεν είναι εύκολη, καθώς θα κλιμακώσει την πίεση προς την Ελλάδα σε μια στιγμή που υπάρχει ανοιχτό το προσφυγικό και επίκειται το δημοψήφισμα της παραμονής ή μη της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Συμβιβασμός

Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει έναν συμβιβασμό: η Αθήνα θα κληθεί να πάρει κάποια επιπρόσθετα μέτρα, το ΔΝΤ –εφόσον εξομαλυνθεί η κατάσταση– θα χαμηλώσει κάπως τις απαιτήσεις του στο δημοσιονομικό πεδίο, με άλλοθι μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη, και οι Ευρωπαίοι θα δεχθούν ελάφρυνση χρέους που μπορεί να θεωρηθεί αξιοπρεπής για το κύρος του ΔΝΤ.

Σε κάθε περίπτωση, η διαπραγμάτευση έχει ακόμη δρόμο, όπως προκύπτει και από τις εξελίξεις των τελευταίων ωρών…