ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Η Ε.Ε. θα χαλαρώσει λόγω του προσφυγικού

Αποψη: Η Ε.Ε. θα χαλαρώσει λόγω του προσφυγικού

Η κατάσταση στην Ελλάδα αναδεικνύει μια πρωτότυπη πτυχή της έντασης που πάντοτε υφίσταται μεταξύ της οικονομίας και της πολιτικής. Δεν πρόκειται απλά για τη συνηθισμένη αντιπαράθεση, σε μια χώρα-οφειλέτρια, μεταξύ του βραχυπρόθεσμου κόστους της προσαρμογής και των μακροπρόθεσμων οικονομικών οφελών. Η προσφυγική κρίση έχει θέσει ένα αντίστοιχο δίλημμα μεταξύ πολιτικών και οικονομικών προτεραιοτήτων για τους πιστωτές της Ελλάδας.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ζωτικό ερώτημα είναι αν οι πιστωτές θα επιμείνουν στους στόχους του προγράμματος που τέθηκαν το περασμένο καλοκαίρι, διακινδυνεύοντας μια νέα πολιτική κρίση στην Ελλάδα, ή αν θα κρίνουν ότι η πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα είναι απαραίτητη για τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης από την Ευρώπη, με όποιες συνέπειες θα έχει αυτό στη στάση τους στην αξιολόγηση.

Οι πάντες, φυσικά, αρνούνται ότι υπάρχει διασύνδεση μεταξύ της αξιολόγησης και της προσφυγικής κρίσης. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, με χαρακτηριστική ευθύτητα, το διέψευσε μιλώντας για «απόλυτες ανοησίες». Θα ήταν όμως ακόμη μεγαλύτερη ανοησία ο ισχυρισμός πως η προσφυγική κρίση δεν έχει οικονομικό αντίκτυπο και ότι δεν επηρεάζει τους φιλόδοξους δημοσιονομικούς στόχους του προγράμματος. Ο ΟΟΣΑ άλλωστε, έχει τονίσει ότι το προσφυγικό δημιουργεί «σημαντικά προβλήματα» για την οικονομία της Ελλάδας.

Αυτό αναγνωρίζεται ευρέως. Στην Ευρωζώνη μιλούν πολύ διαφορετικά για την Ελλάδα σε σύγκριση με τις συγκρουσιακές ημέρες του 2015. Ολοι οι βασικοί παίκτες έχουν κάνει δηλώσεις συμπάθειας, συμπεριλαμβανομένων της Αγκελα Μέρκελ («δεν θα επιτρέψουμε την προσφυγική κρίση να βυθίσει την Ελλάδα στο χάος») και του προέδρου του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ («έχουμε πλήρη συναίσθηση και συμπάθεια για την τεράστια ανθρωπιστική τραγωδία που εκτυλίσσεται»). Το ανακοινωθέν του Eurogroup στις 7 Μαρτίου, ασυνήθιστα, απηύθυνε έκκληση και στους θεσμούς (όχι μόνο στην Ελλάδα) να κάνουν μια «επιπλέον προσπάθεια» για να υπάρξει συμφωνία.

Στις διαπραγματεύσεις, το «κλίμα» έχει σημασία – και το κλίμα απέναντι στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί αισθητά. Καθώς η Ευρώπη είναι πρωταρχικά ένα πολιτικό εγχείρημα, το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι ότι πάλι η πολιτική θα επικρατήσει της οικονομίας και κάποιος τρόπος θα βρεθεί –ενδεχομένως, όπως φοβάται το ΔΝΤ, μέσω μη ρεαλιστικών οικονομικών υποθέσεων– για να κλείσει η αξιολόγηση μέσα στον Απρίλιο. Οι αριθμοί πιθανώς να μη βγαίνουν, όπως παγίως επιθυμεί το Ταμείο, καθώς δεν θα υπάρξει πιο γενναιόδωρη ελάφρυνση του χρέους.

Σε αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να αποφασίσει ότι το ανελαστικό ΔΝΤ μπορεί, προς το παρόν, να παραμείνει στo περιθώριο των διαπραγματεύσεων – ενδεχομένως προς μεγάλη ανακούφισή του. Οι κρίσιμες αποφάσεις θα έχουν για μία ακόμη φορά αναβληθεί – ίσως μάλιστα για αρκετό καιρό, δεδομένου του χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής χρεών της Ελλάδας. Ο πολιτικός πραγματισμός, που συχνά κακολογείται υπερβολικά, θα έχει επικρατήσει για μία ακόμη φορά.

* Ο κ. Alessandro Leipold είναι επικεφαλής οικονομολόγος του Lisbon Council, πρώην διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ.