ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δύo συν ένα μεγάλα προβλήματα με τη ρευστότητα

Δύo συν ένα μεγάλα προβλήματα με τη ρευστότητα

Αν δεν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση του προγράμματος, δεν υπάρχει κανένα ενδεχόμενο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να εντάξει την Ελλάδα στο πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων (QE). Το μήνυμα έρχεται απευθείας από τη Φρανκφούρτη, μέσω καλά ενημερωμένων πηγών, και είναι κατά κάποιον τρόπο μια απάντηση στη φήμη που υφέρπει το τελευταίο διάστημα στην Αθήνα και υποστηρίζει το αντίθετο.

Οτι, δηλαδή, η ΕΚΤ προτίθεται να κάνει το μεγάλο βήμα, ακόμα και αν έχει έστω μια ισχυρή θετική ένδειξη πως οι διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με την τρόικα βρίσκονται στον σωστό δρόμο.

Το πρώτο μήνυμα

Αποδέκτες του μηνύματος έχουν γίνει κατ’ αρχήν οι συστημικές τράπεζες. Το γεγονός ότι βρίσκονται σε καθημερινή επαφή με την έδρα της ΕΚΤ, για διάφορους λόγους, τους εξασφαλίζει αυτό το «προνόμιο». Ωστόσο την ίδια πληροφορία μπορεί να επιβεβαιώσει και η Τράπεζα της Ελλάδας και, ενδεχομένως, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, αν και θα επιθυμούσε το αντίθετο, για ευνόητους λόγους.

«Ούτως ή άλλως, το πραγματικό όφελος από μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ανέτρεπε δραματικά τη σημερινή εικόνα», τονίζεται χαρακτηριστικά στην «Κ» από πηγές που μπορούν να υπολογίσουν ακριβώς την επίπτωση.

«Ωστόσο θα αποτελούσε ένα μήνυμα προς τις αγορές ότι η Ελλάδα έχει και πάλι την πλήρη εμπιστοσύνη της ΕΚΤ, με ό,τι αυτό πρακτικά συνεπάγεται», προστίθεται. Κάτι τέτοιο, μεταξύ άλλων, μεταφράζεται, για παράδειγμα, με μια «βουτιά» στα spreads των ελληνικών ομολόγων, που εξακολουθούν τις υψηλές πτήσεις τους.

Το μήνυμα θα μπορούσε να είναι και διττό. Πώς; Με την επιστροφή του waiver στην Ελλάδα. Υπενθυμίζεται ότι η χώρα έχασε το προνομιακό καθεστώς δανεισμού από την ΕΚΤ πριν από περίπου 13 μήνες. Ηταν η εποχή των μεγάλων παλινδρομήσεων επί υπουργείας Οικονομικών του κ. Γιάνη Βαρουφάκη.

Η ρευστότητα του συστήματος εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τον ELA. Με μια διαφορά: ο τελευταίος είναι πιο ακριβός. Εκτοτε πολύ νερό έχει κυλήσει στο αυλάκι και ακόμα περισσότερες υποσχέσεις έχουν δοθεί εκατέρωθεν. Ωστόσο τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Προς το παρόν, ούτε από αυτό το μέτωπο αναμένεται κάποια εντυπωσιακή κίνηση σε επίπεδο Φρανκφούρτης. Και κάπως έτσι η ασφυξία στην αγορά, αντί να χαλαρώνει, γίνεται μεγαλύτερη, γιατί όσο περνάει ο καιρός τα όποια περιθώρια μικραίνουν. Και έτσι δίνεται και μια απάντηση σε όσους ρωτούν «τι γίνεται με το τραπεζικό χρήμα». Ηταν και παραμένει ελάχιστο, σχεδόν πολύτιμο.

Και το τρίτο…

Το κακό τριτώνει με την υπόθεση του περιορισμού κεφαλαίων (capital controls). Πηγές που είναι σε θέση να γνωρίζουν καλά όλες τις διαστάσεις του συγκεκριμένου ζητήματος, επιμένουν ότι «δεν φαίνεται στον ορίζοντα ο χρόνος άρσης τους». Είναι οι ίδιες πηγές που έλεγαν μετ’ επιτάσεως, από πέρυσι τον Σεπτέμβριο, ότι «τα capital controls ήρθαν για να μείνουν στην Ελλάδα». Ηταν η εποχή που –ενδεχομένως και λόγω εκλογών– από την κυβέρνηση υποστηριζόταν ότι σχεδόν είναι θέμα χρόνου η άρση τους. Ορισμένα στελέχη της, μάλιστα, έφταναν στο σημείο να προβλέπουν ότι το τέλος τους θα συμπέσει με το τέλος του έτους.

Στην πορεία αποδείχθηκε ότι δεν εξέφραζαν τίποτε άλλο πέρα από ευσεβείς πόθους. Το 2015 τελείωσε, αυτή την εβδομάδα τελειώνει και το πρώτο τρίμηνο του 2016 και τα capital controls παραμένουν, έστω και –κάπως– χαλαρωμένα.

Πότε θα αρθούν; Σύμφωνα με πηγές, που είναι σε θέση να γνωρίζουν, πέρα και έξω από πολιτικές σκοπιμότητες, τέτοια προοπτική δεν υφίσταται στο προσεχές μέλλον. Κι αυτό γιατί αν σήμερα λαμβάνονταν μια τέτοια απόφαση, τότε το πιθανότερο είναι πως οι τραπεζικοί λογαριασμοί θα άδειαζαν. Το κλίμα εμπιστοσύνης για τις προοπτικές της οικονομίας δεν έχει αποκατασταθεί, οπότε μια τέτοια κίνηση θα ήταν κάτι παραπάνω από παρακινδυνευμένη. Το πιθανότερο είναι πως –στη βάση αυτής της λογικής– δεν υπάρχει ενδεχόμενο αποκατάστασης της ομαλότητας στα τραπεζικά γκισέ έως το τέλος του 2016. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει «και βλέπουμε», αφού η πορεία των διαπραγματεύσεων με την τρόικα δεν προδιαθέτει ευνοϊκά…