ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μπρα ντε φερ της Αθήνας σε τρία μέτωπα

Μπρα ντε φερ της Αθήνας σε τρία μέτωπα

Το μήνυμα ότι «εάν φέρουμε στη Βουλή μέτρα και για μετά το 2018 πέφτουμε», αποστέλλει η Αθήνα, ενώ η διαπραγμάτευση με τους εταίρους εισέρχεται από αύριο μέσω του Eurogroup στις Βρυξέλλες στην πλέον κρίσιμη φάση της και ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας είχε τη Δευτέρα συνάντηση με τον κοινοτικό επίτροπο Πιερ Μοσκοβισί και την Πέμπτη τηλεφωνική επικοινωνία με τη Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ.

Μάλιστα, το μέτωπο της διαπραγμάτευσης δεν είναι το μόνο ανοικτό για τον πρωθυπουργό. Ο κ. Τσίπρας έχει παράλληλα τις αμέσως επόμενες εβδομάδες να διαχειριστεί την κλιμακούμενη τουρκική επιθετικότητα, αλλά και τις επερχόμενες εξελίξεις στο Κυπριακό, οι οποίες, παρότι δεν ομολογείται, κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση απ’ ό,τι θα επιθυμούσε η Αθήνα.

Στο πεδίο της διαπραγμάτευσης, ο πρωθυπουργός, όπως προαναφέρθηκε, διαμηνύει πως δεν πρόκειται να υπογράψει μέτρα για τη διετία 2019-20, αλλά και ότι θα αποδεχθεί μόνον μια συνολική συμφωνία που θα περιλαμβάνει την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, ανακοίνωση των αποφάσεων για το χρέος και αποσαφήνιση του τρόπου συμμετοχής του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει στενός συνεργάτης του κ. Τσίπρα, «τίποτα δεν θα κλείσει εάν δεν κλείσουν όλα». Η προσέγγιση της Αθήνας έχει βεβαίως προφανή στόχευση: Να μην υποχρεωθεί να συνυπογράψει έναν επώδυνο συμβιβασμό στα εργασιακά και στα άλλα ανοικτά θέματα της δεύτερης αξιολόγησης και μετά να περάσει «κάτω από τον πήχυ» στο ζήτημα του χρέους, ή των απαιτήσεων του ΔΝΤ προκειμένου να παραμείνει στο πρόγραμμα.

Μάλιστα, η κυβέρνηση μεταδίδει ένα περίγραμμα συμφωνίας που θα μπορούσε να αποδεχθεί ώστε να κλείσει το «ελληνικό ζήτημα», όχι βεβαίως στο αυριανό Eurogroup, αλλά εντός του Ιανουαρίου.

Κωδικοποιημένα, η ελληνική πρόταση, σύμφωνα με πληροφορίες, προβλέπει: τη δέσμευση μέσω της ψήφισης του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5%, όχι μόνον το 2018, όπως ήταν η μέχρι τώρα θέση της Αθήνας, αλλά και για το 2019 και 2020. Την παράταση του «κόφτη» δαπανών μέχρι το 2020, χωρίς όμως να προσδιορίζονται και πολύ περισσότερο να ψηφιστούν μέτρα τα οποία θα ενεργοποιούνται εάν η χώρα αδυνατεί να πετύχει πλεονάσματα της τάξης του 3,5% την επόμενη τριετία. Την έστω «χαλαρή» περιγραφή των μεσοπρόθεσμων ρυθμίσεων για το χρέος, κατά τρόπο, όμως, που θα ικανοποιούνται οι όροι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ώστε η Ελλάδα να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Την παράταση του ισχύοντος νομικού πλαισίου για τις συλλογικές συμβάσεις για ένα εξάμηνο ή μέχρι τον Νοέμβριο του 2017, με αντιστάθμισμα οι εκπρόσωποι των δανειστών να μην επιμείνουν σε μέτρα όπως το λοκ άουτ. Και, τέλος, το μνημόνιο που θα υπογράψει με το ΔΝΤ για τη συνέχιση της παρουσίας του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα να έχει διετή και όχι μεγαλύτερη διάρκεια.

Πολιτικοί λόγοι

Το Μέγαρο Μαξίμου εκτιμά πως το πλαίσιο συμφωνίας που προτείνει μπορεί να γίνει αποδεκτό, κυρίως για πολιτικούς λόγους. Οπως αναφέρεται από συνομιλητές του πρωθυπουργού, ουδείς επιθυμεί η Ελλάδα να γίνει πεδίο νέων αναταράξεων στην Ευρωζώνη, όταν χώρες όπως η Ολλανδία, η Γαλλία και η Γερμανία οδεύουν σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις.

Επίσης, μια νέα ελληνική «περιπέτεια» κρίνεται από πολλά ευρωπαϊκά κέντρα απευκταίο σενάριο λόγω του προσφυγικού, αλλά και των εύθραυστων ισορροπιών μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενωσης και Αγκυρας, ενώ σκεπτικισμός επικρατεί για το εάν είναι σκόπιμο να υπάρξει στην Ελλάδα άλλη μια κυβερνητική αλλαγή, ενώ η οικονομία της δεν έχει σταθεροποιηθεί ακόμη πλήρως. Η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι μάλιστα κυρίαρχη στην Κομισιόν, όπου τονίζεται χαρακτηριστικά ότι η διαπραγμάτευση μεταξύ των εκπροσώπων των δανειστών και της Αθήνας «δεν πρέπει να καταρρεύσει για να μην έλθει το χάος».
Ομως, τη συγκρατημένη αισιοδοξία που μεταδίδει το Μέγαρο Μαξίμου για συνολική συμφωνία με τους εταίρους μέσα στις επόμενες εβδομάδες δεν την συμμερίζονται άλλοι παράγοντες που έχουν γνώση των διεργασιών στην Ευρωπαϊκή Ενωση και κυρίως των παρασκηνιακών συζητήσεων μεταξύ Βερολίνου και ΔΝΤ.

Μάλιστα, κατ’ ορισμένους εξ αυτών παρότι τα εικοσιτετράωρα που διανύουμε είναι κρίσιμα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και το ΔΝΤ έχουν ήδη συμφωνήσει το Ταμείο να μπει στο ελληνικό πρόγραμμα, αποδεχόμενο πλεονάσματα της τάξης του 3,5%, οπότε κάποιες παρεμβάσεις στο ύψος του αφορολογήτου και της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις θα πρέπει να θεωρούνται αναπόφευκτες.

Οπως προαναφέρθηκε, ο γόρδιος δεσμός της διαπραγμάτευσης δεν είναι ο μόνος που απασχολεί τον πρωθυπουργό. Κυβερνητικοί παράγοντες αναφέρουν πως η έξαρση της τουρκικής ρητορικής και η επαναφορά στο προσκήνιο της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο δεν σχετίζονται μόνο με την εσωτερική πολιτική κατάσταση στη γειτονική χώρα.

Οπως αναφέρεται, ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θέλει τη λύση του Κυπριακού, αλλά με τους δικούς του όρους, ενώ παράλληλα επιδιώκει να στείλει μηνύματα στην Ευρωπαϊκή Ενωση αναφορικά με το προσφυγικό. Ετσι, η Αγκυρα κλιμακώνει τις προκλήσεις ως μοχλό πίεσης και προς τις δύο ανωτέρω κατευθύνσεις. Παράλληλα, πρόσθετη περιπλοκή συνιστά πως Αθήνα και Λευκωσία έχει διαφανεί ότι δεν προσεγγίζουν με ενιαία γραμμή την πραγματοποίηση πολυμερούς διάσκεψης για την επίλυση του Κυπριακού.