ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Αγκυρα ανεβάζει ένταση και η Αθήνα ανησυχεί…

Η Αγκυρα ανεβάζει ένταση και η Αθήνα ανησυχεί…

Στο τηλεφώνημά του προς την καγκελάριο της Γερμανίας, Αγκελα Μέρκελ, την περασμένη Πέμπτη, ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας ουσιαστικά περιέγραψε μια ανησυχία την οποία είχαν αρκετοί στην Αθήνα όταν ξεκίνησε η προσφυγική κρίση. Η ανησυχία αυτή εντοπιζόταν στην πιθανότητα χρησιμοποίησης του προσφυγικού προβλήματος και της σύγκρουσης της Ευρώπης με την Τουρκία, ως εργαλείου πίεσης στα αμιγώς ελληνοτουρκικά θέματα.

Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου και η εξαπόλυση σφοδρών διώξεων εναντίον των «σκληρών» κεμαλιστών αξιωματικών του τουρκικού στρατού δημιούργησαν μια πρόσκαιρη αισιοδοξία. Και τούτο διότι πριν από τις 15 Ιουλίου οι Τούρκοι πολιτικοί συχνά απέδιδαν την κινητικότητα στο Αιγαίο στη συχνή αυτονόμηση των αξιωματικών της Στρατιάς του αρχιπελάγους και της Πολεμικής Αεροπορίας. Ωστόσο, η έκταση στις δύο συγκεκριμένες δομές του τουρκικού στρατού, σε συνδυασμό με την «επανεκκίνηση» –ήδη από τον Σεπτέμβριο– της παρεμβατικής κινητικότητας στο Αιγαίο, κατέστησε στην Αθήνα σαφές ότι η Αγκυρα παραμένει στη γραμμή των αμφισβητήσεων.

Διπλωματικές πηγές ανέφεραν ότι επί της ουσίας, η Τουρκία θέτει ζήτημα Αιγαίου εκμεταλλευόμενη τους εξής παράγοντες:
Πρώτον, την ανοικτή εκκρεμότητα του Κυπριακού και τη βούληση του διεθνούς παράγοντα να την οδηγήσει σε επίλυση με ταχείες διαδικασίες.
Δεύτερον, το γεγονός ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε εκλογικό έτος, το οποίο έχει ήδη σχεδόν «παραλύσει» τις δύο μεγαλύτερες χώρες, Γερμανία και Γαλλία, και παρασύρει σε ομφαλοσκόπηση τις υπόλοιπες. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται και οι ΗΠΑ, οι οποίες μέχρι και τις 20 Ιανουαρίου θα βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο, με έναν απερχόμενο πρόεδρο δίχως ουσιαστικές δυνατότητες. Η παραίνεση της Κομισιόν προς την Τουρκία να σεβαστεί τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της Ελλάδας, είναι μεν ένα θετικό στοιχείο, αποτελεί δε ένδειξη της γραφειοκρατικής αδυναμίας της Ε.Ε. να αρθρώσει ουσιαστικό και ξεκάθαρο λόγο για τα ζητήματα κυριαρχίας στο Αιγαίο.

Τρίτον, την προφανώς δυσμενή οικονομική συγκυρία για την Ελλάδα.

Τέταρτον, την πρωτοφανή –για τα σύγχρονα ιστορικά δεδομένα– κατάρρευση της τουρκικής αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Και, πέμπτον, την επίσης άνευ προηγουμένου ιδεολογικά παράδοξη σύμπλευση ανάμεσα στο AKP και τους ακραίους πολιτικούς εκπροσώπους των «Γκρίζων Λύκων». Αυτό σημαίνει ότι επί της ουσίας, είτε η Αγκυρα επιζητεί «λύση-πακέτο» για κάθε διαφορά (έμμεση ή άμεση) μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, είτε ασκεί ασφυκτική πίεση σε όλα τα μέτωπα, προκειμένου να αναγκάσει την Αθήνα να αποδεχθεί συμβιβασμό στο Κυπριακό.

Το τηλεφώνημα

Νωρίς το πρωί της Παρασκευής, όταν ο κ. Ν. Αναστασιάδης τηλεφώνησε στον κ. Αλ. Τσίπρα προκειμένου να τον ενημερώσει για την απόφαση που ελήφθη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ για πολυμερή διάσκεψη στις 12 Ιανουαρίου 2017, στο Μέγαρο Μαξίμου αντιλήφθηκαν ότι η διμερής συνάντηση Ελλάδας-Τουρκίας πρέπει να δρομολογηθεί το ταχύτερο δυνατόν. Ο κ. Τσίπρας ενημερώθηκε (με καθυστέρηση) από τον κ. Αναστασιάδη, λίγο προτού συναντηθεί με τον ειδικό σύμβουλο του ΟΗΕ για το Κυπριακό που, εν τω μεταξύ, είχε φθάσει στην Αθήνα.

Η εξέλιξη αυτή ήρθε προτού η Αθήνα προλάβει να εξέλθει από τη δημόσια αμφισβήτηση της ελληνικής κυριότητας των Ιμίων από τον Τούρκο ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου και την κλιμάκωση του θέματος από τον εκπρόσωπο Τύπου Χουσεΐν Μουφτούογλου, ο οποίος την Παρασκευή πρακτικά υπογράμμισε ότι δεν διατυπώθηκε τίποτε περισσότερο από μια σταθερή θέση της Τουρκίας τα τελευταία 20 χρόνια.
Την τουρκική επιθετική κινητικότητα συμπληρώνουν όλες αυτές τις ημέρες σειρά από NOTAM και NAVTEX με τις οποίες τίθεται εν αμφιβόλω σχεδόν όλο το status quo του Αιγαίου και του Καστελλόριζου. Οι τελευταίες τέσσερις NAVTEX για στρατιωτικές ασκήσεις, βυθομέτρηση και έρευνες επαναλαμβάνουν ένα μοτίβο αποκλεισμού του Καστελλόριζου (778/16 και 785/16) και αποκοπής των ΑΟΖ Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας. Είχαν προηγηθεί δύο NOTAM την Πέμπτη και την Παρασκευή, μέσω των οποίων η Τουρκία απέρριπτε το δικαίωμα της Ελλάδας να πραγματοποιεί ασκήσεις σε συνολικά 12 νησιά, από το Καστελλόριζο, την Κάσο και τη Χίο, μέχρι τη Λήμνο, τη Λέσβο και τον Αγιο Ευστράτιο.

Το ΝΑΤΟ

Τίποτε από όλα αυτά δεν είναι πρωτόγνωρο για διπλωμάτες και στρατιωτικούς, ωστόσο λειτουργεί επιβαρυντικά για τη συνολική ατμόσφαιρα. Σε επίπεδο επιχειρήσεων στο Αιγαίο, το επόμενο ζήτημα που θα κληθεί να διαχειριστεί η Αθήνα αφορά τη δράση του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, η οποία θα συνεχιστεί ώς το τέλος Δεκεμβρίου. Δεν θα πρέπει να θεωρείται καθόλου απίθανη η επέκταση και για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2017, ωστόσο όπως έχει φανεί από διαρροές και δηλώσεις αξιωματούχων της Συμμαχίας, η Τουρκία αναζητεί έναν ευρύτερο ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο, αφήνοντας το Αιγαίο σε δεύτερη μοίρα. Την ερχόμενη Τρίτη και Τετάρτη, πραγματοποιείται στις Βρυξέλλες η Σύνοδος Κορυφής των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ και, μεταξύ άλλων, αναμένεται ο κ. Τσαβούσογλου να δηλώσει την ετοιμότητα της Τουρκίας να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο.

Αλλο ένα πεδίο αντιπαράθεσης αποδείχθηκαν οι δηλώσεις του κ. Καμμένου για τον Ερντογάν. Το τουρκικό ΥΠΕΞ απάντησε αργά το βράδυ της Παρασκευής: «Καλούμε τον υπουργό Αμυνας Π. Καμμένο για άλλη μια φορά να ενεργεί με ευθύνη και σοβαρότητα και να αποφεύγει παρόμοιες δηλώσεις και ενέργειες». Ο κ. Καμμένος ανταπάντησε με ένα τραγούδι στο Twitter για την ΕΟΚΑ.

Ο πρώην πρέσβης

Προφανώς το ενδιαφέρον του κ. Ερντογάν για την Ελλάδα σε σύγκριση με τα νοτιοανατολικά σύνορα της Τουρκίας είναι ετεροβαρές. Στη βόρεια Συρία και το βόρειο Ιράκ κρίνονται ζωτικής σημασίας συμφέροντα για την Τουρκία, ως εκ τούτου δεν πρόκειται να αφήσει εύκολα αυτά δύο μέτωπα. Ωστόσο, την περασμένη εβδομάδα έγινε γνωστό ότι η τουρκική κυβέρνηση θέλησε να εκμεταλλευθεί την εμπειρία του τέως πρέσβη της Τουρκίας στην Αθήνα, Κερίμ Ουράς, και να τον διορίσει στη θέση του συμβούλου του πρωθυπουργού για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Ο κ. Ουράς θα βρίσκεται πρακτικά στο πλευρό του κ. Μπιναλί Γιλντιρίμ, ως επικεφαλής του γραφείου Εξωτερικής Πολιτικής του πρωθυπουργού.

Ο έμπειρος Τούρκος διπλωμάτης αντικαθιστά στη συγκεκριμένη θέση τον κ. Κεμάλ Οκέμ, ο οποίος θα είναι ο πρώτος πρέσβης της Τουρκίας στο Τελ Αβίβ, έπειτα από την απόφαση για ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων της Αγκυρας με το Ισραήλ. Ο κ. Ουράς έχει πολύ καλή γνώση της ελληνικής πραγματικότητας, καθώς υπηρέτησε στην Αθήνα επί πέντε έτη. Υπενθυμίζεται ότι τον κ. Ουράς διαδέχθηκε στην Αθήνα ένας, επίσης, έμπειρος διπλωμάτης, ο κ. Γιασάρ Χαλίτ Τσεβίκ, μέχρι πρότινος εκπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ.

Ευκαιρίες και παγίδες της 12ης Ιανουαρίου

Με προβληματισμό για τις ευκαιρίες αλλά και τις πιθανές «παγίδες» που μπορεί να κρύβει για την ελληνική πλευρά ο ορισμός της 12ης Ιανουαρίου ως ημερομηνίας σύγκλισης της πολυμερούς διάσκεψης για το Κυπριακό, εξετάζει τις επόμενες κινήσεις της η Αθήνα. Το βασικό ενδεχόμενο που επιθυμούν να αποφύγουν Τσίπρας και Κοτζιάς είναι η πραγματοποίηση μιας πολυμερούς διάσκεψης, όπου θα γίνονται παράλληλες συνεδριάσεις, με τα πέντε αποκλειστικά ενδοκοινοτικά κεφάλαια να εμφιλοχωρούν ή να γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης με εκείνα των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Εμπειροι παρατηρητές ανέφεραν ότι για την Τουρκία η υποχώρηση στα ζητήματα που αφορούν τα πέντε ενδοκυπριακά κεφάλαια είναι πολύ πιο εύκολη απ’ ό,τι οποιαδήποτε παραχώρηση στα ζητήματα που αφορούν την παρουσία του τουρκικού στρατού στο νησί. Για την Αθήνα, η βασική ανησυχία επί αυτού συνίσταται στην πιθανότητα προώθησης της ιδέας των στρατιωτικών βάσεων για μια μεταβατική περίοδο κάποιων ετών. Ολα αυτά, βεβαίως, μένει να αποδειχθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, εφόσον αυτές όντως πραγματοποιηθούν στις 12 Ιανουαρίου.

Μια ημέρα νωρίτερα, στις 11 Ιανουαρίου, οι Αναστασιάδης – Ακιντζί θα πρέπει να έχουν καταλήξει σε έναν χάρτη όπου θα είναι ορατή η μεταξύ τους διευθέτηση. Δεδομένου ότι οι συνομιλίες στο Μον Πελερέν διακόπηκαν για διαφορές οι οποίες δεν ήταν κεφαλαιώδους σημασίας, καθίσταται απολύτως σαφές ότι «ο ελέφαντας στο δωμάτιο» είναι η 12η Ιανουαρίου και όχι οι τριήμερες δικοινοτικές διαπραγματεύσεις που θα προηγηθούν.
Η γραμμή της Αθήνας παραμένει σταθερά υπέρ της πραγματοποίησης διμερούς συνάντησης των Τσίπρα – Ερντογάν, προτού γίνει οποιαδήποτε πολυμερής διάσκεψη. Αυτή η θέση μάλλον προσθέτει πίεση από τον κ. Τσίπρα, καθώς θα πρέπει σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να συνομιλήσει, αλλά και να βρει ευήκοον ους στον κ. Ερντογάν επί του καθεστώτος των εγγυήσεων και της ασφάλειας στην Κύπρο. Είναι σαφές ότι το ραντεβού των κ. Τσίπρα και Ερντογάν θα κρίνει αν η 12η Ιανουαρίου 2017 καταστεί ημερομηνία μετάβασης στο επόμενο βήμα προς επίλυση του Κυπριακού ή ενός ακόμη ναυαγίου.