ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ταυτόχρονη λύση για χρέος και αξιολόγηση επιδιώκει η Αθήνα

Ταυτόχρονη λύση για χρέος και αξιολόγηση επιδιώκει η Αθήνα

Συμφωνία – πακέτο για αξιολόγηση, πρωτογενή πλεονάσματα και χρέος και όχι συμφωνία βήμα βήμα, όπως προτείνουν οι Ευρωπαίοι, επιδιώκει η κυβέρνηση, φοβούμενη πως θα κληθεί να καταβάλει μόνη αυτή τον λογαριασμό για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.

«Εμείς κάνουμε αυτά που μπορούμε και πρέπει, αλλά μέχρι εκεί. Για τα παραπάνω να δούμε τι θα κάνουν κι οι άλλοι», λέει κυβερνητικό στέλεχος με άμεση εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις.

Ευρωπαίος αξιωματούχος ξεκαθάρισε την εβδομάδα που πέρασε ότι, με τη συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης (Staff Level Agreement – SLA), θα πρέπει να συμφωνεί και το ΔΝΤ. «Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης (σ.σ. δηλαδή μετά το SLA) θα γίνει και η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους», συμπλήρωσε ο Ευρωπαίος αξιωματούχος.

Στην προηγούμενη αξιολόγηση, το SLA ήταν μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των ευρωπαϊκών θεσμών (Κομισιόν, ΕΚΤ, ESM). To Ταμείο δεν το προσυπέγραψε, αφού δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα, αμφισβητώντας την επάρκεια των μέτρων και των μεταρρυθμίσεων που περιελάμβανε το μνημόνιο με την Ευρωζώνη (MoU), καθώς και τη βιωσιμότητα του χρέους. Τώρα όμως, στην προοπτική της συμμετοχής του, θα πρέπει το SLA να έχει και τη δική του έγκριση. Με απλά λόγια, η διαδικασία που περιέγραψε ο Ευρωπαίος αξιωματούχος είναι η εξής:

1. Η Αθήνα συμφωνεί με όλους τους πιστωτές, του ΔΝΤ συμπεριλαμβανομένου, για τα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις που θα εφαρμόσει. Σημειώνεται ότι το ΔΝΤ θέλει επιπλέον μέτρα για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, που αφορούν το αφορολόγητο όριο και το συνταξιοδοτικό και δύσκολες αλλαγές στο εργασιακό.

2. Αφού θα έχει ολοκληρωθεί η συμφωνία με τις δεσμεύσεις που ικανοποιούν το Ταμείο, τότε η Ευρωζώνη θα συμφωνήσει με το ΔΝΤ τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Η κυβέρνηση φοβάται ότι στο πρώτο σκέλος αυτής της βήμα βήμα συμφωνίας θα υποχρεωθεί να δεχθεί υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους και να λάβει περισσότερα μέτρα, ώστε να κάνουν λιγότερες εκπτώσεις στο θέμα του χρέους για χάρη του Ταμείου οι Ευρωπαίοι.

Προς το παρόν, πάντως, κι ενώ είναι άγνωστη η απόσταση που θα πρέπει να διανύσει η Αθήνα προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του ΔΝΤ, υπάρχει ακόμη απόσταση και με τους Ευρωπαίους. Ετσι, το ορόσημο του αυριανού Eurogroup χάνεται.

Ως προς την αξιολόγηση, τα βασικά προβλήματα εντοπίζονται στο εργασιακό, στα επιπλέον μέτρα για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ το 2018 και στα ενεργειακά, λένε αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες:

• Στο εργασιακό, οι τεχνικές συζητήσεις έχουν καταλήξει σε αδιέξοδο και η λύση θα βρεθεί σε πολιτικό επίπεδο. Συμβιβαστικά σενάρια μεταξύ Ελλάδας και Κομισιόν υπάρχουν, αλλά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι απαιτήσεις του ΔΝΤ.

• Στο δημοσιονομικό, η Κομισιόν ζητάει από την Ελλάδα επιπλέον μέτρα 0,15% του ΑΕΠ ή 270 εκατ. ευρώ για να πιάσει τον δημοσιονομικό στόχο. Ωστόσο, το Ταμείο αμφισβητεί ότι είναι επαρκή. Επιπλέον, θέλει να θεσμοθετηθούν από τώρα όλα τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Η Ευρωζώνη δεν πρόκειται να δεχθεί μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα κάτω του 3,5% του ΑΕΠ πριν από το 2021 – 2022. «Οι πιο φιλικές χώρες λένε ότι πρέπει να διατηρηθεί στο 3,5% για τρία χρόνια. Η Γερμανία θέλει πέντε», λέει Ελληνας αξιωματούχος. Πιθανώς, το ΔΝΤ θα περιορίσει την απαίτηση για μέτρα 4 δισ. ευρώ που έχει σήμερα, αποδεχόμενο ένα καλύτερο μακροοικονομικό σενάριο. Επίσης, στην Αθήνα ελπίζουν ότι το Ταμείο δεν θα επιμείνει στην ψήφιση από τώρα των μέτρων για το 2018 – 2019, αλλά θα δεχθεί έναν «κόφτη» δαπανών, παρόμοιο με αυτόν που υπάρχει σήμερα, αλλά πιο αξιόπιστο, με τις υποψήφιες προς περικοπή δαπάνες σαφώς προσδιορισμένες.

• Στα ενεργειακά, το πρόβλημα είναι η αύξηση των ποσοτήτων ηλεκτρικής ισχύος που θα δίνει η ΔΕΗ σε ιδιώτες παρόχους μέσω δημοπρασιών (ΝΟΜΕ), ώστε να περιορίσει το μερίδιό της στην αγορά. Η ΔΕΗ υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο απειλεί τη βιωσιμότητά της. Από την άλλη, οι θεσμοί λένε πως υπάρχει η εναλλακτική της Μικρής ΔΕΗ.

Το «καλό» σενάριο: Εντός Δεκεμβρίου αξιολόγηση και χρέος

Δεδομένου ότι αύριο δεν αναμένεται να υπάρξει συμφωνία στο Eurogroup για ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, το «καλό» σενάριο για το μέλλον της αξιολόγησης, τη ρύθμιση του χρέους και τον ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) στην Ελλάδα προβλέπει τα εξής:

1. Στο Eurogroup της Δευτέρας θα διαπιστωθεί από τους υπουργούς Οικονομικών ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις κυβέρνησης – θεσμών για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αλλά ακόμα παραμένουν ανοικτά ζητήματα. Κάτι που σημαίνει ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος για να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση.

2. Αύριο θα συζητηθούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, τα οποία από τεχνικής πλευράς είναι έτοιμα. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) έχει ολοκληρώσει ένα πρώτο σχέδιο για το ποια μέτρα θα μπορούσαν να υλοποιηθούν, με ποιο τρόπο και σε ποια έκταση. Οπότε απομένει η πολιτική έγκριση του Eurogroup για να ξεκινήσει η εφαρμογή τους. Ομως, η Ευρωζώνη αναμένεται να συνδέσει την υλοποίησή τους με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και κατ’ επέκταση η απαραίτητη πολιτική απόφαση να παραπεμφθεί για αργότερα.

3. Εκτός απροόπτου, οι εκπρόσωποι των θεσμών θα επιστρέψουν στην Αθήνα για έναν ακόμα ολιγοήμερο κύκλο διαπραγματεύσεων. Εφόσον κυβέρνηση και δανειστές καταλήξουν σε συμφωνία, είναι πολύ πιθανό να συνεδριάσει εκτάκτως το Eurogroup εντός Δεκεμβρίου (μεταξύ 18 και 22 του μήνα) για να εγκρίνει σε πολιτικό επίπεδο τη συμφωνία (staff level agreement) για τη δεύτερη αξιολόγηση και να προχωρήσουν οι διαδικασίες που αφορούν τα μέτρα για το χρέος. Ενδεχόμενα ανοικτά θέματα, θα παραπεμφθούν για ολοκλήρωση εντός Ιανουαρίου.

4. Το ΔΝΤ έχει δηλώσει ότι εντός του Δεκεμβρίου θα καταρτίσει νέα έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους (DSA). Αν υπάρχει staff level agreement για την αξιολόγηση και έχουν εγκριθεί μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους (βραχυπρόθεσμα ή και μεσοπρόθεσμα), τότε το ενδεχόμενο το εκτελεστικό συμβούλιο να αποφασίσει τη συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες. Να σημειωθεί ότι προς το παρόν δεν έχει οριστεί ημέρα συνεδρίασης του εκτελεστικού συμβουλίου, προφανώς διότι το Ταμείο τελεί εν αναμονή των αποφάσεων.

5. Στις 19 Ιανουαρίου συνεδριάζει το συμβούλιο των διοικητών της ΕΚΤ. Αν όλα (αξιολόγηση, χρέος και ρόλος ΔΝΤ) έχουν κλείσει έως τότε, ενδεχομένως να αποφασίσει εκείνη την ημέρα την είσοδο της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE).

Το «καλό» σενάριο, όμως, έχει και μία παραλλαγή. Στην περίπτωση που δεν προλάβουν Αθήνα και δανειστές να επιτύχουν staff level agreement εντός Δεκεμβρίου, τότε το επόμενο ορόσημο είναι η 26η Ιανουαρίου, οπότε είναι προγραμματισμένο να πραγματοποιηθεί το πρώτο Eurogroup του 2017. Ομως, και η απόφαση της ΕΚΤ για την ένταξη της χώρας στο QE θα μεταφερθεί για την επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου των διοικητών της, η οποία είναι στις 9 Μαρτίου.

Το «κακό» σενάριο: Ούτε τον Ιανουάριο ούτε τον Φεβρουάριο 

Μια μακρά περίοδο αβεβαιότητας, που επί της ουσίας θα ακυρώσει όποιες ελπίδες υπάρχουν για επιστροφή της οικονομίας σε ισχυρή ανάπτυξη το 2017, περιλαμβάνει το «κακό» σενάριο για την επόμενη μέρα των διαπραγματεύσεων. Οι πολιτικές εξελίξεις σε ολόκληρη την Ευρώπη θα επηρεάσουν άμεσα την πορεία της χώρας, χωρίς να αποκλείεται να υπάρξουν πολιτικές αλλαγές και εντός των συνόρων.

Το «κακό» σενάριο προβλέπει ότι η κυβέρνηση δεν καταφέρνει να επιτύχει τεχνική συμφωνία με τους δανειστές της χώρας ούτε τον Ιανουάριο ούτε τον Φεβρουάριο. Οι διαφορές μεταξύ Αθήνας και θεσμών παραμένουν αγεφύρωτες για τα θέματα των εργασιακών αλλαγών και των δημοσιονομικών μεγεθών. Ως εκ τούτου, η Ευρωζώνη δεν αποφασίζει τη λήψη μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν συνηγορεί στο να συνάψει νέο πρόγραμμα με την Ελλάδα, αφού δεν πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις που έχει θέσει:

• Πρώτον, πλήρης εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων από την Αθήνα.

• Δεύτερον, σημαντική ελάφρυνση του ελληνικού χρέους από την Ευρώπη.

Και είναι προφανές ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δεν αποφασίζει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Αν η κατάσταση είναι όπως περιγράφηκε έως τον Φεβρουάριο, τότε ξεκινάει μια μακρά περίοδος αβεβαιότητας για την Ελλάδα. Τον Μάρτιο διεξάγονται εκλογές στην Ολλανδία, τον Μάιο στη Γαλλία και τον Σεπτέμβριο στη Γερμανία. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι κάθε διαπραγμάτευση για το χρέος θα «παγώσει», καθώς καμία από τις κυβερνήσεις των παραπάνω χωρών δεν θέλει να δείξει ότι υποχωρεί έναντι των θέσεων της ελληνικής κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο εκτιμάται ότι θα δώσει έδαφος στα αντιευρωπαϊκά κινήματα στο εσωτερικό των χωρών τους, τα οποία ούτως ή άλλως εμφανίζονται ενισχυμένα μετά το Brexit και την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ.
Το μήνυμα ότι μετά τον Φεβρουάριο δεν θα υπάρχει στην ατζέντα της Ευρωζώνης η Ελλάδα ως προτεραιότητα το έχει λάβει η κυβέρνηση. Ετσι, όταν κλείσει ο εκλογικός κύκλος των ευρωπαϊκών χωρών, θα ανοίξει εκ νέου το θέμα «Ελλάδα» στην Ευρωζώνη. Το αποτέλεσμα θα είναι η Αθήνα να βρεθεί τον Οκτώβριο του 2017 στην ίδια ακριβώς θέση με σήμερα. Η δεύτερη αξιολόγηση δεν θα έχει κλείσει, το ζήτημα του χρέους δεν θα έχει ρυθμιστεί και ο ρόλος του ΔΝΤ θα είναι ακόμα άγνωστος στην Ελλάδα.

Με δεδομένο ότι το υφιστάμενο ευρωπαϊκό πρόγραμμα θα λήγει σε λίγους μήνες (μέσα του 2018), είναι πολύ πιθανό να γίνει πραγματικότητα το ενδεχόμενο σύναψης ενός τέταρτου μνημονίου. Με αυτή την προοπτική, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι ο πρωθυπουργός δεν θα λάβει μια απόφαση για πρόωρες εκλογές στο μεσοδιάστημα. Κάτι, το οποίο είναι σαφές ότι θα βυθίσει σε ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα την ελληνική οικονομία, όταν όλοι περιμένουν πως το 2017 θα είναι το έτος που θα σηματοδοτήσει την απαρχή της εξόδου της χώρας από την πολυετή κρίση.

Το «καταστροφικό» σενάριο: Ξανά στο τραπέζι το θέμα του Grexit

Το «καταστροφικό» σενάριο έχει ως βάση του την αλληλουχία των γεγονότων του «κακού» σεναρίου. Δηλαδή, η αξιολόγηση δεν κλείνει έως τον ερχόμενο Φεβρουάριο και ελέω εκλογών σε ευρωπαϊκές χώρες το θέμα «Ελλάδα» απασχολεί και πάλι την Ευρωζώνη από τον Οκτώβριο του 2017 και μετά.

Η ειδοποιός διαφορά που μετατρέπει το «κακό» σενάριο σε «καταστροφικό» είναι η απροθυμία των χωρών της Ευρωζώνης να συνεχίσουν να στηρίζουν την Ελλάδα συνάπτοντας ένα νέο πρόγραμμα, το οποίο φυσικά θα συνοδεύεται από επιπλέον χρηματοδότηση.

Σε αυτή την περίπτωση, το σχέδιο του νυν υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, για προσωρινή ή ακόμα και οριστική έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, θα επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ανεξαρτήτως του ποιος θα είναι στη θέση του κ. Σόιμπλε. Υστερα από επτά χρόνια μνημονίων, είναι πολύ πιθανόν τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης να αποφασίσουν ότι πλέον δεν έχει νόημα να στηρίζουν μια χώρα η οποία σε αυτή την περίοδο δεν κατάφερε να υλοποιήσει όσα κατά καιρούς είχε υποσχεθεί.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο κοινοτικός επίτροπος Πιερ Μοσκοβισί, κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στην Αθήνα την εβδομάδα που πέρασε, επανέλαβε αρκετές φορές ότι η Ελλάδα θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και της Κύπρου, που κατόρθωσαν να εφαρμόσουν τα προγράμματά τους και τώρα να μην τελούν υπό καθεστώς μνημονίων. Η τοποθέτηση αυτή είναι ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση για το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει χρειαστεί έως τώρα τρία μνημόνια.

Στην πράξη, η μη σύναψη νέου –τέταρτου– μνημονίου θα φέρει την Ελλάδα στην εξής δυσχερή θέση:

1. Από τον Ιούλιο του 2018 –οπότε θα λήγει τυπικά το υφιστάμενο πρόγραμμα– δεν θα έχει τη χρηματοδοτική στήριξη της Ευρωζώνης για να καλύπτει τις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές.

2. Μετά την πλήρη αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης να εφαρμόσει το τρίτο μνημόνιο, κανένας επενδυτής δεν θα είναι διατεθειμένος να αγοράσει ελληνικά ομόλογα. Δηλαδή, η χώρα δεν θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές και ουσιαστικά θα βρίσκεται σε ακόμα χειρότερη θέση από αυτή που ήταν τον Μάιο του 2010. Δεν θα βρίσκει κεφάλαια από τους ιδιώτες επενδυτές και οι επίσημοι πιστωτές της δεν θα έχουν την πρόθεση να τη δανείσουν όπως στις αρχές της κρίσης.

Είναι περισσότερο από προφανές ότι η οικονομία δεν θα επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης το 2017, θέσεις εργασίας δεν θα έχουν δημιουργηθεί, καθώς δεν θα έχουν γίνει επενδύσεις, και η κυβέρνηση θα πρέπει να βρει τρόπους χρηματοδότησης των εσωτερικών –έστω– υποχρεώσεών της, προχωρώντας πιθανότατα σε νέα μέτρα λιτότητας. Αυτό, δηλαδή, που η κυβέρνηση προσπαθεί να αποφύγει σήμερα, τότε θα είναι αδιαπραγμάτευτη ανάγκη.