ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η δύσκολη εξίσωση της αξιολόγησης

Η δύσκολη εξίσωση της αξιολόγησης

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ.  Ελλάδα, Γερμανία, ΔΝΤ, τρεις παράγοντες μιας ιδιαίτερα δύσκολης εξίσωσης που πρέπει να λυθεί για να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος. Ενώ υπάρχουν κοινά στοιχεία στις θέσεις τους, όταν καλούνται να βρουν μια λύση που θα τους ικανοποιεί όλους, το αδιέξοδο που προκύπτει είναι τεράστιο.

«Εχουμε δοκιμάσει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς για να προκύψει μία λύση και δεν έχει επιτευχθεί κανένας συμβιβασμός ακόμα», λέει προβληματισμένος και ανήσυχος ένας από τους αξιωματούχους με άμεση γνώση των διαπραγματεύσεων.

Και ίσως για πρώτη φορά το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί τώρα να είναι τόσο μεγάλο, που, ενώ η ελληνική πλευρά είναι έτοιμη να υπογράψει τη συμφωνία, αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι διαπραγματεύσεις μπορούν να συνεχιστούν για… μήνες.

Από τη μία πλευρά το Βερολίνο θέλει απαραίτητα τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, χωρίς όμως να δέχεται την ελάφρυνση του χρέους που συνοδεύει τους όρους του Ταμείου, ενώ συγχρόνως παραμένει κάθετο για τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για 10 χρόνια μετά τη λήξη του προγράμματος το 2018.

Από την άλλη, το Ταμείο είναι αποφασισμένο να μη συμμετάσχει σε νέο ελληνικό πρόγραμμα αν το χρέος της Ελλάδας δεν καταστεί βιώσιμο με τη λήξη του προγράμματος ή αν δεν πάρει η Ελλάδα νέα επίπονα μέτρα που θα τεθούν σε ισχύ μετά τη λήξη του προγράμματος.

Τέλος, η Αθήνα, που είναι σαφώς ο πιο αδύναμος παράγοντας στην εξίσωση, έχει βρεθεί στην ιδιαίτερα δύσκολη θέση να πρέπει να αποφασίσει αν θα πάρει τα δύσκολα μέτρα που ζητεί το ΔΝΤ για να συμμετάσχει ή να υποστεί τις συνέπειες του αδιεξόδου.

Συγχρόνως, η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ δημιουργεί πολύ μεγάλες ανησυχίες στις Βρυξέλλες, που αναμένουν με αγωνία τη στάση που θα κρατήσει όσον αφορά το ΔΝΤ, καθώς δεν αποκλείουν, μέσα από το ελληνικό πρόγραμμα, ο κ. Τραμπ να στείλει ένα σαφές μήνυμα στην Ευρώπη ότι «ήρθε ή ώρα να πληρώσετε μόνοι σας τον λογαριασμό». Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγούσε στην έξοδο του ΔΝΤ από το πρόγραμμα, τη στιγμή που η πλειονότητα των τεχνικών στελεχών του οργανισμού έχει ήδη σοβαρές επιφυλάξεις για τη διατήρηση της συμμετοχής του στο ελληνικό πρόγραμμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι το ΔΝΤ προβάλλει αντιστάσεις στην επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων στην Ελλάδα τις επόμενες μέρες για συζητήσεις, καθώς θεωρεί ότι θα αποβούν για άλλη μία φορά άκαρπες. Από την άλλη, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν αποφασίσει να συνεχίσουν όσο είναι δυνατόν τις συζητήσεις με την ελληνική πλευρά, έτσι ώστε η διαπραγμάτευση να μην παγώσει και οι αποστάσεις μεγαλώσουν.

Αυτό όμως που εντείνει τον προβληματισμό είναι ότι μετά το τελευταίο Eurogroup, όταν οι θέσεις της κάθε πλευράς αποτυπώθηκαν ξεκάθαρα, στις Βρυξέλλες κυριαρχεί η άποψη ότι η διαπραγμάτευση αυτή δεν είναι θέμα εβδομάδων, αλλά μπορεί και μηνών, καθώς οι βασικοί πρωταγωνιστές Γερμανία και ΔΝΤ δεν φαίνεται να βιάζονται. Η ελληνική οικονομία, όμως, θα βρίσκεται για άλλη μία φορά στον πάγο με καταστροφικές συνέπειες, τη στιγμή που όλοι περιμένουν την ανάκαμψή της.

Η Γερμανία : Με το μικρότερο πολιτικό κόστος

Το Βερολίνο κρατάει στα χέρια του την απάντηση της περίπλοκης εξίσωσης για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση. Από τη μία η Γερμανία χρειάζεται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον τη συμμετοχή του ΔΝΤ, καθώς το κοινοβούλιό της δεν θα εγκρίνει εκταμίευση για την Ελλάδα χωρίς τη σφραγίδα του Ταμείου, συγχρόνως όμως είναι και η χώρα που αντιτίθεται περισσότερο σε οποιαδήποτε ελάφρυνση χρέους που θα επέτρεπε τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Το Βερολίνο τελικά θα επηρεάσει αποφασιστικά το πόσα χρόνια η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει τον στόχο του 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα μετά τη λήξη του προγράμματος.

Ο Β. Σόιμπλε είναι αυτός που «ζυγίζει» τι θα έχει το μικρότερο πολιτικό κόστος αυτή τη στιγμή και τι θα μπορούσε να «δώσει» όσον αφορά το χρέος για να συμμετάσχει το Ταμείο, αλλά που να μην του επιφέρει μεγάλο πολιτικό πλήγμα.

Κατά τη διάρκεια του Eurogroup, σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο, o Γερμανός υπουργός Οικονομικών δεν δέχθηκε τίποτε λιγότερο από διατήρηση για 10 χρόνια του υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος μετά τη λήξη του προγράμματος, ένας στόχος που είναι σχεδόν ανέφικτος να τον καταφέρει η ελληνική πλευρά. Δεν είναι τυχαίο ότι Γερμανός αξιωματούχος έλεγε στην «Κ» πως κατά τη διάρκεια της γνωστής Συνόδου Κορυφής (στην οποία συμφωνήθηκε το τρίτο μνημόνιο το καλοκαίρι 2015), μέχρι τις πρωινές ώρες και παρουσία του κ. Τσίπρα, στο προσχέδιο της συμφωνίας αναφερόταν ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ θα διατηρηθεί για 10 χρόνια. Ωστόσο, ύστερα από αίτημα του κ. Τσακαλώτου, στο τελικό κείμενο αντικαταστάθηκαν τα «10 χρόνια» με τη λέξη «μεσοπρόθεσμα». Για τη γερμανική πλευρά, όμως, αυτό ήταν απλώς μια αλλαγή λέξεων και όχι ουσίας.

Ο κ. Σόιμπλε είναι αυτός που επέμενε στο Eurogroup να μη γίνει καμία συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους μέχρι να λήξει το πρόγραμμα το 2018, μία θέση που υιοθέτησε τελικά το Eurogroup την περασμένη Δευτέρα και που κάνει ακόμα πιο δύσκολο τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.

Το Βερολίνο δεν φαίνεται να βιάζεται. Γερμανός αξιωματούχος έλεγε στην «Κ» χαρακτηριστικά ότι «ακόμα και να φτάσουμε ώς στον Απρίλιο χωρίς συμφωνία, δεν έχουμε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα, απλά το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο».

Το ΔΝΤ: Σκληρή στάση, σκληρά μέτρα

To Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) σε αυτή την κρίσιμη χρονική συγκυρία είναι ο εταίρος με τη μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν πως η συντριπτική πλειονότητα στελεχών μέσα στο Ταμείο, σε τεχνικό και όχι τόσο σε επίπεδο διοίκησης, είναι υπέρ της εξόδου του ΔΝΤ από την Ελλάδα, γεγονός που επιτρέπει στο Ταμείο να κρατάει ιδιαίτερα σκληρή στάση. Συγχρόνως, Γερμανία και Ολλανδία, χώρες που βρίσκονται σε κύκλο εκλογών, χρειάζονται τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα για να υπάρχει η απαραίτητη αξιοπιστία που χρειάζεται για να ψηφιστεί η εκταμίευση από τα κοινοβούλιά τους.

Το ΔΝΤ διαχρονικά θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να πετύχει περισσότερο από 1,5% πρωτογενές πλεόνασμα το 2018, πόσο μάλιστα τον στόχο για 3,5% του ΑΕΠ το 2018 και μεσοπρόθεσμα. Από τη στιγμή, όμως, που η η Ελλάδα έχει δεχθεί τον παραπάνω στόχο των Ευρωπαίων, αξιωματούχος του ΔΝΤ δήλωνε μετά το Eurogroup ότι «εμείς μπορούμε να ζήσουμε με αυτό τον στόχο», προσθέτοντας, όμως, ότι θα χρειαστούν επιπλέον έναν αξιόπιστο μηχανισμό που θα οδηγήσει στην επίτευξη αυτών των στόχων, καθώς δεν συμμερίζονται τις, όπως λένε, «ιδιαίτερα θετικές» προβλέψεις των Ευρωπαίων. Για τον λόγο αυτό το Ταμείο ζητεί από την ελληνική κυβέρνηση λήψη μέτρων τώρα, που θα έχουν τη δυνατότητα να τεθούν σε εφαρμογή μετά το 2018, «για τα οποία πρέπει να είμαστε βάναυσα ειλικρινείς για το τι επίπτωση θα έχουν στην ανάπτυξη».

Το ΔΝΤ επιμένει ότι τα συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν για την επίτευξη του στόχου του 3,5% είναι μείωση του αφορολόγητου ορίου και περαιτέρω μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού. Ενώ η επίτευξη του πλεονάσματος μέχρι το 2018 είναι εξασφαλισμένη με τη λειτουργία του «αυτόματου δημοσιονομικού κόφτη», το ΔΝΤ υποστηρίζει πως αυτός δεν μπορεί να επεκταθεί για τα υπόλοιπα χρόνια, καθώς οι οριζόντιες περικοπές που περιλαμβάνει θα είναι καταστροφικές για την ανάπτυξη.

Ετσι αναζητείται μία αντίστοιχη φόρμουλα για την επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% μετά το 2018, η οποία από τη μια θα δίνει την απαραίτητη σιγουριά στο ΔΝΤ ότι ο στόχος θα επιτευχθεί αλλά δεν θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, φέρνοντας την ελληνική κυβέρνηση σε ένα πλήρες αδιέξοδο. Κάτι τέτοιο δεν έχει βρεθεί ακόμα και το ΔΝΤ δεν φαίνεται να βιάζεται.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Να κλείσει η αξιολόγηση

Η Επιτροπή έχει υπάρξει, από τους εταίρους, ο πιο στενός σύμμαχος της κυβέρνησης Τσίπρα, σε τέτοιο σημείο που πολλές φορές να θεωρείται από τα κράτη-μέλη ως «αναξιόπιστη» και ένας από τους βασικούς λόγους που θεωρούν ότι χρειάζεται η συμμετοχή του Ταμείου.

Ομως, παρά το καλό κλίμα με την ελληνική κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις της δεύτερης αξιολόγησης και τη διάθεση να βοηθήσει την Ελλάδα να την ολοκληρώσει, οι αποφάσεις δεν θα παρθούν στις Βρυξέλλες αυτή τη φορά, αλλά στην Ουάσιγκτον ή στο Βερολίνο.

Το κλίμα ανάμεσα στους αξιωματούχους του ΔΝΤ και της Επιτροπής έχει αρχίσει να γίνεται σχεδόν τοξικό, με τη βασική διαφωνία να βρίσκεται στις διαφορετικές προβλέψεις για την ελληνική οικονομία, την ώρα που Ευρωπαίοι αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν τις απαιτήσεις του Ταμείου «παράλογες».

Η Επιτροπή επιμένει ότι οι προβλέψεις του ΔΝΤ είναι πολύ απαισιόδοξες και ότι στο παρελθόν έχουν πέσει έξω. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι οι προβλέψεις του για το 2016, που υπολογίζει πρωτογενές έλλειμμα 0,5%, θα βγουν λάθος, καθώς η Επιτροπή υπολογίζει πρωτογενές πλεόνασμα μεγαλύτερο του 0,5% για το ίδιο έτος. Γι’ αυτό και επιμένει πως θα ήταν πολύ άδικο να προστεθούν περαιτέρω μέτρα στην Ελλάδα για το 2019, τη στιγμή που υποστηρίζει πως οι προβλέψεις του Ταμείου θα αποδειχθούν λανθασμένες. «Καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να πάρει σκληρά μέτρα από τώρα για το 2019, χωρίς ανεπανόρθωτο πολιτικό κόστος» έλεγε Ευρωπαίος αξιωματούχος στην «Κ».

Για την Επιτροπή ο χρόνος μετράει αντίστροφα και όσο δεν κλείνει η αξιολόγηση τόσο περισσότερες δυσκολίες, κυρίως πολιτικές, θα προκύψουν στα κράτη-μέλη. Συγκεκριμένα, Ευρωπαίος αξιωματούχος τόνιζε πως από το νέο έτος μπαίνουμε στην προεκλογική περίοδο των Ολλανδών (εκλογές τον Μάρτιο) και θα ξεκινήσει τη θητεία του ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ, που μπορεί να βρει την ευκαιρία, μέσω της Ελλάδας και του ΔΝΤ, να στείλει μήνυμα στην Ε.Ε., τραβώντας το Ταμείο από τις διαπραγματεύσεις και αφήνοντας τους Ευρωπαίους «να πληρώσουν τον λογαριασμό». Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναμένεται να συνεχίσουν τις προσπάθειες για διαπραγματεύσεις με όλες τις πλευρές και αποστολή τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα το επόμενο διάστημα, ακόμα και αν δεν υπάρχει κάποια πρόοδος, μόνο και μόνο για να διατηρηθεί το θετικό «μομέντουμ» και να μην μπει η αξιολόγηση στον πάγο μαζί με την ελληνική οικονομία.

Και οι «τρίτοι»: Να βρεθεί λύση με συναίνεση

Ο πρόεδρος του Eurogroup και υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας Γερούν Ντάισελμπλουμ είναι ο μόνος από τους πρωταγωνιστές που στην παρούσα φάση μοιράζεται την αγωνία της Αθήνας να βρεθεί μία λύση όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Πρέπει να βρει τον συμβιβασμό μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών τάχιστα, καθώς στις επερχόμενες εθνικές εκλογές της Ολλανδίας τον Μάρτιο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως είναι πολύ πιθανό πρώτο να αναδειχθεί το ακροδεξιό κόμμα του Χέιρτ Βίλντερς.

Είναι ο μόνος από τους πρωταγωνιστές που μπορεί να βρει μία λύση άμεσα, εξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη συναίνεση. Ενδεικτική είναι η στάση του κατά τη διάρκεια του τελευταίου Eurogroup, καθώς σύμφωνα με δύο Ευρωπαίους αξιωματούχους μία μέρα πριν από τη συνάντηση, o κ. Ντάισελμπλουμ ήταν έτοιμος να φέρει την «παγκόσμια συμφωνία» (όπως ονομάζεται η συμφωνία που θα εξασφαλίζει συμμετοχή του ΔΝΤ, προσδιορισμό των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα και κλείσιμο της αξιολόγησης) στους ομολόγους του. Η πρόταση του κ. Ντάισελμπλουμ που τέθηκε στους Ελληνες ήταν ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος να διατηρηθεί για πέντε χρόνια στο 3,5% και σταδιακά να μειωθεί στο 2%.

Η ελληνική πλευρά στην πρόταση αυτή προέβαλε αντιστάσεις, ζητώντας αντί αυτού τρία χρόνια για τη διατήρηση του στόχου, ενώ συμβιβαζόταν με μικρότερη ελάφρυνση του χρέους, καθώς τόνιζε ότι πολιτικά «θα περνούσε» κάτι τέτοιο πιο εύκολα. Η πρόταση εγκαταλείφθηκε γρήγορα μετά την παρέμβαση του κ. Σόιμπλε, ο οποίος δεν δέχθηκε κάτι λιγότερο από 10 χρόνια και στέλνοντας το σήμα ότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να κλείσει ακόμα.

Στην προσπάθεια του κ. Ντάισελμπλουμ να βρει λύση στη δύσκολη εξίσωση, εκτός από τη Γερμανία δεν φαίνεται να συμμετέχουν ενεργά τα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Ευρωπαίος αξιωματούχος έλεγε στην «Κ» ότι οι υπουργοί Οικονομικών φάνηκαν να έχουν έλλειψη ενδιαφέροντος για τη συμμετοχή ή όχι του ΔΝΤ και για πόσο διάστημα η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει υψηλά πλεονάσματα. Ενδεικτικό είναι ότι ο Φινλανδός υπουργός Οικονομικών, μιας από τις χώρες στο σκληρό μπλοκ του Eurogroup, δήλωσε ότι «η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα δεν είναι πλέον βασική προϋπόθεση αλλά θα προσέθετε αξία».