ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Οχι» και από τον Ολλανδό πρωθυπουργό

«Οχι» και από τον Ολλανδό πρωθυπουργό

Την κατηγορηματική αντίθεση τόσο της καγκελαρίου Μέρκελ όσο και του Ολλανδού πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε συνάντησε η πρόταση του κ. Τσίπρα να συμμετάσχει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα ως τεχνικός σύμβουλος, προκειμένου να αρθεί το αδιέξοδο και να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση.

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, η κ. Μέρκελ ξεκαθάρισε στον Ελληνα πρωθυπουργό στη διάρκεια της συνάντησής τους στο Βερολίνο την Παρασκευή ότι χρειάζεται το ΔΝΤ πλήρως εμπλεκόμενο στο πρόγραμμα βοήθειας και ζήτησε να συνεχιστεί η προσπάθεια σύγκλισης και με τους τέσσερις θεσμούς. Μάλιστα, σύμφωνα με αξιωματούχο που είναι σε θέση να γνωρίζει όσα διημείφθησαν στη συνάντηση, η καγκελάριος απέφυγε να αναλάβει οποιαδήποτε δέσμευση ότι θα διευκολύνει αυτή την προσπάθεια σύγκλισης. Ο Ολλανδός πρωθυπουργός, με τον οποίο συναντήθηκε ο κ. Τσίπρας στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής την Πέμπτη, είπε για το ίδιο θέμα στον Ελληνα ομόλογό του ότι είναι αδύνατο να ζητήσει από το Κοινοβούλιο αλλαγή του ρόλου του Ταμείου. Σημειώνεται ότι η Ολλανδία έχει βουλευτικές εκλογές τον Μάρτιο.

Ετσι, η κυβέρνηση καλείται πλέον να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις για τους όρους συμμετοχής του Ταμείου στο πρόγραμμα, από δυσχερέστερη θέση:

1. Οι σύμμαχοί της είναι λιγότερο ισχυροί. Η Γαλλία κινείται σε προεκλογικούς ρυθμούς και ο πρόεδρος Ολάντ είναι απερχόμενος και αποδυναμωμένος. Στις ΗΠΑ, η διοίκηση Ομπάμα ετοιμάζεται να παραδώσει στον νέο πρόεδρο. Η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ είναι απορροφημένη στη δίκη για το σκάνδαλο Ταπί.

2. Η εξαγγελία του πακέτου παροχών από τον πρωθυπουργό χωρίς προηγούμενη συμφωνία με την τρόικα βάρυνε το κλίμα και κυρίως έφερε την Ελλάδα σε θέση απολογούμενου. Ακόμη χειρότερα, έδωσε τη δυνατότητα στη Γερμανία να αξιοποιήσει τον παράγοντα χρόνο στη διαπραγμάτευση. «Το Βερολίνο έχει άφθονο χρόνο. Εμείς πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, γιατί εμείς είμαστε αυτοί που κινδυνεύουμε να χάσουμε τα περισσότερα», λέει αξιωματούχος με εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις. Ηδη στις Βρυξέλλες κάποιοι μιλούν για καθυστέρηση της αξιολόγησης έως τον Μάρτιο, έως ότου δηλαδή επικυρωθούν τα δημοσιονομικά στοιχεία του 2016 από τη Eurostat. Εάν αυτό επιβεβαιωθεί, η Ελλάδα θα χάσει το πρώτο ραντεβού με την ΕΚΤ για την ένταξη των ομολόγων της στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, η αβεβαιότητα για τις προοπτικές της χώρας θα χτυπήσει για μία ακόμη φορά κόκκινο, με προφανείς επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.

Το θέμα των εξαγγελιών και του «παγώματος» των μέτρων θα συζητηθεί την Τρίτη σε τηλεδιάσκεψη του Euroworking Group. Οι θεσμοί θα παρουσιάσουν αναλυτικά την έκθεσή τους, στην οποία αναφέρεται ότι δημιουργεί κάποια επισφάλεια για το 2016, δεν προκαλεί πρόβλημα για το 2017 και το 2018, αλλά αντιβαίνει στο πρόγραμμα όχι μόνο γιατί έγινε μονομερώς, αλλά και γιατί η στόχευσή του είναι διαφορετική από αυτή που προβλέπεται στο μνημόνιο. Δηλαδή, το υπερβάλλον πλεόνασμα δίνεται στους συνταξιούχους και όχι για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Στο υπ. Οικονομικών αισθάνονται ασφαλείς ότι δεν θα δυσκολευτούν να πείσουν για τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των μέτρων. Σύμφωνα με τις αρχικές τους εκτιμήσεις, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 θα μπορούσε να κλείσει πέριξ του 1,5% του ΑΕΠ, έχοντας αφαιρέσει το κόστος των παροχών, που ανέρχεται σε περίπου 0,4% του ΑΕΠ. Και αυτό, διότι η πορεία των εσόδων είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντική. Για την ακρίβεια, τα έσοδα δείχνουν ότι φέτος θα υπάρχει σημαντική υπεραπόδοση, ενώ είναι ενδεικτικό ότι σε ορισμένες κατηγορίες εσόδων έχει επιτευχθεί ο ετήσιος στόχος είσπραξης από τα τέλη Νοεμβρίου.

Ωστόσο, δεν παραγνωρίζουν ότι εάν θέλει κάποιος να επιμείνει στο γράμμα του μνημονίου, τότε αξιολόγηση και μέτρα ελάφρυνσης του χρέους θα μπορούσαν να «παγώσουν» έως το τέλος Μαρτίου. Σε αυτή την περίπτωση θα χαθεί το ορόσημο της 9ης Μαρτίου. Σύμφωνα με πληροφορίες, τότε είναι προγραμματισμένο να αποφασίσει το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ την αγορά ελληνικών ομολόγων στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να έχει κλείσει η αξιολόγηση και να εφαρμόζονται τα μέτρα για το χρέος.

Τούτων δοθέντων, η κυβέρνηση είναι πιθανό σύντομα να κληθεί να αποφασίσει εάν θα κάνει υποχωρήσεις για να διευκολύνει τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα και να πάρει το QE ή να τηρήσει τις όποιες «κόκκινες γραμμές», με κίνδυνο να επιστρέψει η αβεβαιότητα και να υπονομευτεί η ανάκαμψη.