ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το διπλό αφήγημα από τη Ν.Δ. και οι ψηφοφόροι

Το διπλό αφήγημα από τη Ν.Δ. και οι ψηφοφόροι

Η προσπάθεια κάθε μεγάλου κόμματος, όπως η Νέα Δημοκρατία, να φτάσει το κρίσιμο ποσοστό που θα το φέρει στη διακυβέρνηση, δεν περνάει, ιστορικά, μέσα από ευθείες πολιτικές γραμμές και καθαρόαιμες ιδεολογικές θέσεις. Το ίδιο συμβαίνει εκ των πραγμάτων και στη Νέα Δημοκρατία, όπου, στο κυρίαρχο μεταρρυθμιστικό και μετριοπαθές αφήγημα του προέδρου του κόμματος Κυριάκου Μητσοτάκη, παρεμβάλλονται και πτυχές ιδεολογικών θέσεων και πολιτικής πρακτικής που μάλλον αποκλίνουν από το στίγμα της ηγεσίας. Ωστόσο, αυτό το «διπλό» πολιτικό αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας δεν μοιάζει σε αυτή τη συγκυρία να δημιουργεί εντάσεις αλλά, μάλλον, να λειτουργεί ως πόλος έλξης για το ευρύτερο, κατά το δυνατόν, τμήμα του εκλογικού σώματος ενόψει εκλογών.

Αλλωστε, πέραν της πλειονότητας των πολιτών που αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι, μετριοπαθείς και κοινωνικά φιλελεύθεροι, και οι οποίοι έχουν κοινά με το πολιτικό στίγμα του κ. Μητσοτάκη, ο πρόεδρος της Ν.Δ. καλείται να απευθυνθεί και σε αρκετές άλλες ομάδες ψηφοφόρων, που συγκροτούν την ευρεία Κεντροδεξιά στην Ελλάδα: ψηφοφόροι με ιδιαίτερη ευαισθησία στα εθνικά θέματα, υποστηρικτές του τρίπτυχου πατρίς – θρησκεία – οικογένεια, ανυπόμονοι για την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ και τη συγκρότηση μιας νέας κυβέρνησης Ν.Δ.

Είναι, ως εκ τούτου, χαρακτηριστικό ότι τα κεντρώα – φιλελεύθερα ανοίγματα του προέδρου της Ν.Δ. συνυπάρχουν με σειρά κομματικών αναφορών στην ορθόδοξη πίστη, στα εθνικά σύμβολα ή στην πατρίδα, ενώ η μετριοπαθής – αστική προσέγγιση της πολιτικής αντιπαράθεσης από τον κ. Μητσοτάκη (στον βαθμό βεβαίως που του το επιτρέπει ο πρωθυπουργός, καθώς εμφανώς υιοθετεί πιο προσωπικούς τόνους) ακολουθείται από άγριους καβγάδες στο εσωτερικό της Βουλής.

Πλέον πρόσφατο παράδειγμα αυτής της συνύπαρξης αποτελεί η οξεία αντιπαράθεση του αντιπροέδρου του κόμματος Αδ. Γεωργιάδη με τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας Π. Πολάκη στη Βουλή. Οι τόνοι αυτής της αντιπαράθεσης –και όχι η μήνυση Γεωργιάδη κατά Πολάκη που ακολούθησε– προκάλεσαν αίσθηση αλλά και αρνητικά σχόλια. Στελέχη της «καραμανλικής φρουράς» σημείωναν ότι «δεν είναι δυνατόν η παράταξη να εκπροσωπείται με τέτοιο τρόπο», την ίδια στιγμή ωστόσο που η Πειραιώς, διά του Β. Κικίλια, έκλεινε κάθε σενάριo περί απόκλισης του κ. Γεωργιάδη με την ηγεσία, και στελέχη κοντά στον πρόεδρο του κόμματος σημείωναν, όπως έγραψε η «Κ» την Πέμπτη, ότι «εάν δεν υπήρχε ο Αδωνις, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε». Με άλλους λόγους, ο ρόλος του αντιπροέδρου (το προφίλ του άλλου αντιπροέδρου Κ. Χατζηδάκη είναι πολύ πιο συμβατό με αυτό του κ. Μητσοτάκη) είναι να λέει όσα ο ίδιος ο πρόεδρος δεν μπορεί να πει.

Η ανάγκη εξισορρόπησης και ενσωμάτωσης του μέγιστου δυνατού ακροατηρίου είναι ιδιαιτέρως εμφανής. Ο πρόεδρος της Ν.Δ. έχει εντάξει, εξάλλου, στη ρητορική του τις τελευταίες εβδομάδες τις έννοιες του «νέου πατριωτισμού» και του «εθνικού συμφέροντος», είτε αναφέρεται στα εθνικά θέματα και στο συμβολισμό της σημαίας είτε στην οικονομία. Αντιστοίχως, παράλληλα αφηγήματα καταγράφονται και σε θέματα πολιτικά. Επί παραδείγματι, τη θερμή στήριξη του συμφώνου συμβίωσης και τη γενικότερη γραμμή στήριξης των ατομικών, αστικών δικαιωμάτων από τον κ. Μητσοτάκη ακολούθησε –σε μεταγενέστερη φάση– η έμμεση αλλά σαφής σύγκλιση με την ελλαδική Εκκλησία στο θέμα των Θρησκευτικών και της αντιπαράθεσης του Αρχιεπισκόπου με τον τότε υπουργό Παιδείας Ν. Φίλη.

Υψηλών τόνων υπήρξε η «γαλάζια» προσέγγιση στο ζήτημα της καύσης της ελληνικής σημαίας από ακραίους και τις σχετικές αναφορές του τέως υπουργού Δικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλου, που ήρθαν σαν… κερασάκι στην κεντρική (και ευρύτερα αποδεκτή πάντως) γραμμή του νόμου και της τάξης, ενώ πανηγυρικής αποδοχής έτυχε η υποψηφιότητα Φιγιόν, εκ μέρους της γαλλικής Κεντροδεξιάς, για την προεδρία της Γαλλίας. Καίτοι αρκετές από τις θέσεις Φιγιόν απέχουν από τη φιλελεύθερη γραμμή της ηγεσίας, η επιλογή αντιμετωπίστηκε θετικά, ενώ κατά τον κ. Μ. Βορίδη, «η ατζέντα Φιγιόν είναι η ατζέντα της σύγχρονης Δεξιάς».

Θα μπορούσε κάποιος να διαπιστώσει παράλληλες αφηγήσεις και σε σειρά άλλων θεμάτων. Επί παραδείγματι, στο Κυπριακό. Κατά την πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ο κ. Μητσοτάκης είχε επισημάνει πως «οι συνομιλίες για το Κυπριακό έχουν εντατικοποιηθεί, στηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις τις προσπάθειες του προέδρου Αναστασιάδη», θέση που πέραν του θεσμικού της υποβάθρου (στην πάγια γραμμή ότι «η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται») αποκρυπτογραφεί και την προσωπική προσέγγιση του προέδρου της Ν.Δ. υπέρ της αναζήτησης λύσης. Θέση, ωστόσο, που δεν συμμερίζονται άλλες πτέρυγες της Ν.Δ., και μάλιστα όχι μόνον με αναφορές στον πρώην πρόεδρο του κόμματος Αντ. Σαμαρά, ο οποίος σε συνέντευξή του παρείχε ονομαστική στήριξη στον υπουργό Εξωτερικών Ν. Κοτζιά, αλλά και με ρίζες στον καραμανλισμό.

Στην Πειραιώς υπογραμμίζουν ότι είναι ο πρόεδρος του κόμματος που και ως πρωθυπουργός θα δώσει το στίγμα, κάτι απολύτως αληθές. Μέχρι τότε, και με δεδομένη την απουσία ενός αξιόπιστου κεντρώου φορέα, επιδιώκει εύλογα να καταστήσει τη Ν.Δ., εκτός από βασικό υποδοχέα της κεντρώας, φιλελεύθερης και αντι-ΣΥΡΙΖΑ ψήφου, και ως πόλο ενσωμάτωσης παραδοσιακών «γαλάζιων» ακροατηρίων. Αλλωστε, μόνον η επιστροφή των 200.000 ψηφοφόρων που χάθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου 2015 αρκεί όχι μόνον για να αλλάξουν οι ισορροπίες, αλλά και για να κλειδώσει το ευρύ προβάδισμα της Ν.Δ. και στην κάλπη.