ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ελιγμός αναδίπλωσης η επιστολή Τσακαλώτου

Ελιγμός αναδίπλωσης η επιστολή Τσακαλώτου

Η αποδυνάμωση του πανηγυρικού, σχεδόν θριαμβευτικού χαρακτήρα που η κυβέρνηση και προσωπικά ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας θέλησαν να προσδώσουν στην παροχή του έκτακτου βοηθήματος προς τους συνταξιούχους και στην αναστολή αύξησης του ΦΠΑ στα νησιά είναι η μεγαλύτερη απώλεια από τη διευκρινιστική επιστολή προς του θεσμούς, την οποία υποχρεώθηκε να υποβάλει ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος. Η κυβέρνηση, έχοντας επιλέξει να διαχειριστεί με επικοινωνιακούς όρους και το συγκεκριμένο ζήτημα, επικεντρώνει πλέον την προσπάθειά της στον περιορισμό των επιπτώσεων από τον επώδυνο συμβιβασμό, όπως αυτός αποτυπώνεται στην επιστολή του υπουργού Οικονομικών.

Είναι σαφές, πάντως, ότι μετά την αντίδραση που προκάλεσε η μονομερής εξαγγελία παροχών από την πλευρά του Μαξίμου, η κυβερνητική ηγεσία επιλέγει, πλέον, να κινείται με πολύ μεγαλύτερη προσοχή, καθώς δεν επιθυμεί να ανοίξει και νέα μέτωπα τριβών με τους εταίρους ή να τους δώσει αφορμές για νέες καθυστερήσεις στις διαπραγματεύσεις. Ετσι, από το πρωθυπουργικό επιτελείο άφηναν χθες να εννοηθεί ότι η καθυστέρηση στη δημοσιοποίηση της επιστολής Τσακαλώτου, η οποία εστάλη προς τους εταίρους την περασμένη Παρασκευή, οφειλόταν στην ανάγκη να προηγηθεί συνεννόηση με τους παραλήπτες της. Οσον αφορά την ουσία των δεσμεύσεων που η κυβέρνηση αναλαμβάνει ως αντιστάθμισμα των παροχών στις οποίες προέβη, κυβερνητικά στελέχη επιλέγουν να υπογραμμίσουν ότι δεν τίθεται ζήτημα ενεργοποίησης των ισοδύναμων μέτρων, καθώς θεωρούν βέβαιο ότι η υπερκάλυψη των στόχων θα επιβεβαιωθεί και στατιστικά στον επίσημο απολογισμό για το τρέχον έτος.

Με την αναταραχή που προκλήθηκε με επίκεντρο τις κυβερνητικές παροχές και τις ενστάσεις που αυτές επέφεραν από την πλευρά των εταίρων να τείνουν προς εκτόνωση μετά την αναδίπλωση, στην κυβέρνηση στρέφουν την προσοχή τους στο μεγάλο μέτωπο, αυτό της διαπραγμάτευσης. Τα χρονικά περιθώρια για άλλη μία φορά αναδύονται πιεστικά και το Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου λαμβάνει χαρακτηριστικά ορόσημου για την κυβέρνηση. Το μέτωπο στα εργασιακά αλλά και αυτά σε σχέση με τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα και τους στόχους για πρωτογενή πλεονάσματα για το διάστημα μετά το 2018 παραμένουν, με τις δύο πλευρές να μην έχουν κάνει βήματα προσέγγισης. Στην κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι η προσπάθεια του κ. Τσίπρα να εξασφαλίσει τη στήριξη της Αγκελα Μέρκελ για πολιτική λύση δεν απέδωσε, εξακολουθούν να αναφέρουν ότι μόνο με πολιτική λύση θα απαντηθεί το θέμα της συμμετοχής του ΔΝΤ, αλλά και τα ζητήματα που ανακύπτουν στα εργασιακά.

Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος ένταξης της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, θα πρέπει το αργότερο μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου να έχει ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση. Το γεγονός ότι το 2017 είναι έτος εκλογών για αρκετές ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις. Επιπλέον, καθυστερήσεις μπορεί να προκύψουν και από τη στάση αναμονής που τηρείται από πολλές πλευρές ενόψει της αλλαγής στην ηγεσία των ΗΠΑ και σε σχέση με την εμπλοκή του ΔΝΤ στην Ευρώπη. Σε αυτό το κλίμα, η κατάσταση αβεβαιότητας τροφοδοτείται και από δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο ευρωβουλευτής Στέλιος Κούλογλου, ο οποίος εμφανίσθηκε βέβαιος ότι η αξιολόγηση δεν θα κλείσει, διότι επιδιώκεται ανατροπή της κυβέρνησης, αλλά και του Κώστα Χρυσόγονου, ο οποίος χαρακτήρισε πολύ δύσκολους τους επόμενους 18 μήνες για την κυβέρνηση, αναφέροντας ότι θα πρέπει να βοηθήσει και η αξιωματική αντιπολίτευση στο κλείσιμο της αξιολόγησης.