ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η επέμβαση στην ΠΓΔΜ, πιθανό σενάριο για την ελληνική διπλωματία

Η ανάπτυξη περιορισμένης δυνάμεως του ΝΑΤΟ στην ΠΓΔΜ για τη σταθεροποίηση της χώρας αυτής σε συνδυασμό με την προώθηση του πολιτικού διαλόγου υπήρξε μια πολιτική που επεξεργάσθηκε το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών και ανακοινώθηκε για πρώτη φορά από τον κ. Γ. Παπανδρέου την περασμένη Τρίτη, αν και μόλις την προηγουμένη η ιδέα είχε απορριφθεί από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο κ. Δημ. Ρέππα.

Αρμόδιες πηγές διευκρίνιζαν ότι η συνέντευξη του συμβούλου του κ. Παπανδρέου για θέματα βαλκανικής πολιτικής κ. Αλεξ Ρόντου, που δημοσιεύεται στη συνέχεια, αποτελεί την ανάπτυξη της γενικότερης τοποθετήσεως του Ελληνα υπουργού Εξωτερικών, και θα πρέπει να συνδυασθεί με τη δήλωση του προέδρου της ΠΓΔΜ κ. Μπόρις Τραϊκόφσκι, ο οποίος ζητεί από το ΝΑΤΟ να αναλάβει την επίβλεψη του αφοπλισμού των Αλβανών εξτρεμιστών.

Σύμφωνα με πληροφορίες η πρώτη χώρα που εισήγαγε τον προβληματισμό αναπτύξεως δυνάμεων του ΝΑΤΟ για λόγους ενισχύσεως της εσωτερικής ασφαλείας στην ΠΓΔΜ ήταν η Βρετανία, αλλά οι αντιρρήσεις της Ουάσιγκτον δεν επέτρεψαν την προώθηση του σχεδίου αυτού.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός

Είναι ενδεικτικό ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός κ. Τόνι Μπλερ δεν αναφέρθηκε στην πρωτοβουλία της κυβερνήσεώς του κατά τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, και ανάλογη ήταν η στάση και του πρωθυπουργού κ. K. Σημίτη. Μόνον ο Γάλλος πρόεδρος κ. Ζακ Σιράκ υπαινίχθηκε το ενδεχόμενο στρατιωτικής παρουσίας του ΝΑΤΟ στην ΠΓΔΜ στη συζήτηση για να υπαναχωρήσει στη συνέχεια στη διάρκεια του γεύματος.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης SENSE, ο κ. Ρόντος, επικαλούμενος το γεγονός ότι «όλα τα παραδείγματα των συγκρούσεων στα Βαλκάνια δείχνουν ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να επέμβει εγκαίρως», υποστήριξε την ανάγκη να υπάρξει επέμβαση στην ΠΓΔΜ «πριν είναι αργά γιατί διαφορετικά το τίμημα θα είναι πολύ ακριβό για όλους, για τους κατοίκους αυτής της χώρας, αλλά και για το ίδιο το ΝΑΤΟ».

Διευκρίνισε όμως ότι η επιχείρηση του ΝΑΤΟ δεν πρέπει να έχει τη μορφή μεγάλης εκστρατείας, ανάλογης με αυτής στο Κοσσυφοπέδιο, ούτε θα πρέπει να αποτελεί κάποια μορφή εισβολής. Αλλά αυτή θα είναι τμήμα ενός στρατιωτικού και πολιτικού «πακέτου», στο οποίο η παρουσία της Συμμαχίας θα αποτελεί εγγύηση για τις συμφωνίες εκεχειρίας, αφοπλισμού και οπισθοχώρησης των ενόπλων εξεγερθέντων, καθώς και για τις υπόλοιπες πολιτικές συμφωνίες που θα υπάρξουν σε επίπεδο ΠΓΔΜ.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο κ. Ρόντος πρότεινε την ικανοποίηση όλων των «δικαιολογημένων» αιτημάτων της αλβανικής κοινότητας, είτε πρόκειται για το Πανεπιστήμιο είτε για το Σύνταγμα είτε για τη γλώσσα κ.λπ. «Το τίμημα αυτής της υποχώρησης θα ήταν μικρότερο σε σύγκριση με την επέκταση των συγκρούσεων», είπε και επέρριψε ευθύνες για τις συγκρούσεις εν μέρει και στην κυβέρνηση της ΠΓΔΜ, επειδή δεν αντέδρασε εγκαίρως πολιτικά.

Κατά τον σύμβουλο του υπουργού Εξωτερικών, οι γειτονικές χώρες, δεν θα πρέπει να συμμετάσχουν στην επιχείρηση, αλλά να καταλήξουν σε μια πολιτική συμφωνία, η οποία θα λειτουργεί σαν ένα «δακτυλίδι πολιτικής και δημοκρατικής ασφάλειας». Η διεθνής στρατιωτική παρουσία, σύμφωνα με την πρότασή του, θα αποτελείται από μια μικρή ομάδα καλά οπλισμένων στρατιωτών, η οποία θα εγγυάται την τήρηση της εκεχειρίας και της διαδικασίας του αφοπλισμού και θα παρακολουθεί την οπισθοχώρηση των εξεγερθέντων.

Καταλήγοντας τόνισε ότι η εξέλιξη αυτή θα δώσει τη δυνατότητα και τον χρόνο για να υπάρξει και εσωτερική πολιτική συμφωνία στην ΠΓΔΜ.