ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με τα μάτια στραμμένα στον Σημίτη

Το κλίμα ηττοπάθειας που, ούτως ή άλλως, έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες εβδομάδες στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ επέτεινε η χθεσινή δημοσιοποίηση της έρευνας «Τάσεις» της MRB, αν και τα αποτελέσματά της δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία για το Μέγαρο Μαξίμου και τη Χαριλάου Τρικούπη.

Πλέον, όλα τα στελέχη, από την κορυφή της ηγετικής πυραμίδας του ΠΑΣΟΚ μέχρι τη βάση, αναμένουν από τον πρωθυπουργό κ. K. Σημίτη πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν στην σταδιακή ανάκαμψη του κυβερνώντος κόμματος. Ομως, από το Μέγαρο Μαξίμου μεταδίδεται πως ο πρωθυπουργός, επί του παρόντος τουλάχιστον, δεν προσανατολίζεται σε κινήσεις όπως ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης, ενώ παράλληλα εκφράζεται δυσφορία για τις έμμεσες «πιέσεις» που του ασκούνται σ’ αυτήν την κατεύθυνση.

Οπως αναφέρουν στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού, η δημοσκόπηση της MRB είναι όντως άκρως ανησυχητική για το ΠΑΣΟΚ, ενώ δεν παραγνωρίζεται ότι κόστος εισπράττει προσωπικά και ο κ. Σημίτης, ο οποίος φαίνεται να μην αποτελεί πλέον το «ισχυρό χαρτί» του κυβερνώντος κόμματος. Ομως, οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι ανάλογη εικόνα εμφάνιζαν τόσο η κυβέρνηση όσο -έστω και σε μικρότερο βαθμό- ο πρωθυπουργός, σε άλλες περιόδους, όπως για παράδειγμα στο τέλος του 1998 και το 1999 κατά την υπόθεση Οτσαλάν, αλλά τελικώς επέτυχαν να ανακάμψουν και να επικρατήσουν στις εκλογές της 9ης Απριλίου.

Κατά τους συνομιλητές του κ. Σημίτη δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται επίσης ότι η δημοσκόπηση πραγματοποιήθηκε σε μια άκρως δυσμενή για την κυβέρνηση συγκυρία, δηλαδή στον απόηχο του Ασφαλιστικού, ενώ προστίθεται ότι περιλαμβάνει ορισμένα μάλλον ενθαρρυντικά στοιχεία. Μεταξύ αυτών αναφέρεται συγκεκριμένα, πως η Ν.Δ. δεν έχει εξασφαλίσει ακόμη «αέρα νίκης», αφού τα ποσοστά της παραμένουν καθηλωμένα, καθώς και ότι η υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ οφείλεται κυρίως στην αποσυσπείρωση της εκλογικής του βάσης, εξέλιξη η οποία υπό προϋποθέσεις μπορεί να αντιστραφεί. Ως λύση ως εκ τούτου, προκρίνεται η εντατικοποίηση του κυβερνητικού έργου και ο τερματισμός της εσωστρέφειας και των προσωπικών στρατηγικών των «κορυφαίων» του ΠΑΣΟΚ, ενώ ευρύτερες πρωτοβουλίες του κ. Σημίτη φαίνεται να μετατίθενται σε ευθετότερο χρόνο. Το κλίμα αυτό μετέδωσε εξ άλλου χθες και ο υπουργός Τύπου κ. Δ. Ρέππας ο οποίος έκανε λόγο για ανάγκη «συνθηκών πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας» και έσπευσε να προσθέσει πως «οι δημοσκοπήσεις έρχονται και παρέρχονται και στόχος μας είναι να επιτύχουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα ώστε την κρίσιμη στιγμή που θα κληθούμε στην κάλπη να μας επιλέξει ο λαός ως την κυβέρνηση της επόμενης τετραετίας». Πάντως, πολλά κυβερνητικά και κομματικά στελέχη θεωρούν ότι η ανωτέρω προσέγγιση είναι εσφαλμένη και χαρακτηρίζουν τη δημοσκόπηση της MRB «λήξη της πίστωσης» της κοινής γνώμης προς την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό.

Η τρέχουσα συγκυρία

Τα συγκεκριμένα στελέχη στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους σημειώνουν πως η τρέχουσα συγκυρία δεν έχει σχέση με την περίοδο Οτσαλάν, αφού φαίνεται ότι η αναδίπλωση της κυβέρνησης στο Ασφαλιστικό δεν οδήγησε στη μείωση της «ψαλίδας» με τη Ν.Δ., γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτή έχει «δομικότερα χαρακτηριστικά». Τέλος, τα παραπάνω στελέχη υπογραμμίζουν ότι το ισχυρό χαρτί της κυβέρνησης μέσω του οποίου κέδρισε τις προηγούμενες εκλογές, δηλαδή η οικονομία, έχει μεταβληθεί σε αχίλλειο πτέρνα της. Πάντως, δημοσίως, τα κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ τήρησαν, σχολιάζοντας την έρευνα της MRB, ιδιαίτερα χαμηλούς τόνους. Ο κ. Λαλιώτης ανέφερε πως «το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή και η κυβέρνηση σε δύσκολη συγκυρία», ενώ ο κ. Γ. Παπανδρέου δήλωσε πως «πρέπει να δούμε τέτοια γκάλοπ ως μια μεγάλη ευκαιρία για το ΠΑΣΟΚ και όχι απλώς ως κάτι που θα δημιουργήσει εσωστρέφεια και μια διαδοχολογία».

Στο παραπάνω πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αυριανή συνεδρίαση του Ε.Γ. στην οποία ο κ. Σημίτης θα βρεθεί «ενώπιος ενωπίω» με τα κορυφαία στελέχη, που στην πλειοψηφία τους φέρονται ενοχλημένα από τις πρόσφατες διαρροές από το Μέγαρο Μαξίμου ότι «όλοι έχουν ευθύνη για τη σημερινή εικόνα της κυβέρνησης». Κατά τη συνεδρίαση, ο κ. Σημίτης αναμένεται να δώσει «στίγμα» για τις κινήσεις που μελετά με στόχο την αντιστροφή του κλίματος.

Ν.Δ.: Τώρα ο δρόμος είναι μπροστά μας…

Χαμηλούς τόνους, μεθοδικότητα και σοβαρότητα ζητεί ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. K. Καραμανλής από τα στελέχη του, μετά τη δημοσιοποίηση των χθεσινών αποτελεσμάτων – τάσεων της MRB. Ενδεικτικές ήταν και οι δηλώσεις του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου κ. Προκόπη Παυλόπουλου ότι «οι δημοσκοπήσεις δεν υποκαθιστούν την λαϊκή ετυμηγορία, απλώς αποτυπώνουν τις τάσεις της κοινής γνώμης. Με την έννοια αυτή, ο δρόμος είναι μπροστά μας. Οσο περισσότερο, πάντως, ενισχύεται η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης προς τη Νέα Δημοκρατία, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι ευθύνες μας».

«Εσπασε» το φράγμα

Τα αποτελέσματα της δημοσκοπήσεως, απλώς επιβεβαίωσαν τα «προεόρτια» της παράστασης νίκης της Νέας Δημοκρατίας, χωρίς ωστόσο να προκαλέσουν κλίμα θριαμβολογίας, καθώς έως και γραπτές εντολές στις κομματικές οργανώσεις είχαν διανεμηθεί, με τις οποίες κατ’ ουσίαν «απαγορεύεται κάθε είδους θριαμβολογία και φαινόμενα αλαζονείας». Στη Ρηγίλλης πάντως, δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους, καθώς τα αποτελέσματα κρίνονται απολύτως ικανοποιητικά και υπογραμμίζουν την ανοδική πορεία του κόμματος, σε όλα τα ουσιαστικά αριθμητικά και ποιοτικά στοιχεία της έρευνας. Η Νέα Δημοκρατία αισθάνεται απόλυτα ικανοποιημένη, όπως τόνιζαν στελέχη της Ρηγίλλης χθες, διότι:

Για πρώτη φορά οι τάσεις της MRB την τελευταία δεκαετία, υποδεικνύουν ότι «έσπασε» το φράγμα των έξι εκατοστιαίων μονάδων διαφοράς από το ΠΑΣΟΚ (Νέα Δημοκρατία 34,9% και ΠΑΣΟΚ 26%). Η διαφορά των εννέα περίπου μονάδων δεν οφείλεται πλέον κατά τη Ρηγίλλης σε «στιγμιαίες κοινωνικές εκρήξεις» – όπως εκείνη που προκλήθηκε για το Ασφαλιστικό- αλλά σε σταθερά διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια για το σύνολο της πολιτικής της κυβέρνησης του κ. K. Σημίτη. Το γεγονός, κατά τη Ρηγίλλης, επιβεβαιώνεται και από το ότι η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζεται πλέον ως η καταλληλότερη να επιλύσει τα περισσότερα από τα καίρια προβλήματα των πολιτών. Επιπροσθέτως, η Νέα Δημοκρατία σημειώνει την σταθερή αύξηση του ποσοστού της κατά τους τελευταίους επτά μήνες, με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις.

Ταυτόχρονα, για πρώτη φορά ο κ. K. Καραμανλής προηγείται του κ. K. Σημίτη με καθαρή διαφορά 2,2% (39,3% ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας έναντι 37,1% του κ. Σημίτη) στην ερώτηση του ποιος είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός. Το γεγονός σαφώς και έφερε απόλυτη ικανοποίηση στη Ρηγίλλης, καθώς σιγά αλλά σταθερά διαμορφώνεται η μορφή της «εναλλακτικής πρότασης εξουσίας με ηγετική ομάδα». Είναι ενισχυτικό μάλιστα αυτής της άποψης της Ρηγίλλης και το γεγονός ότι τα δύο πλέον δημοφιλή πρόσωπα και από τις δύο παρατάξεις (ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας) είναι ο Γιώργος Σουφλιάς και η Ντόρα Μπακογιάννη.

Τα αποτελέσματα της έρευνας κατά τη Ρηγίλλης είναι θετικά διότι εξήχθησαν σε μία περίοδο (έως και τις 11 Ιουνίου), μέσα στην οποία είχε εκδηλωθεί η προπαγανδιστική επιθετική μεθοδος της παρελθοντολογίας του κ. K. Σημίτη και ο πρωθυπουργός είχε επιχειρήσει να αντιστρέψει το κλίμα μέσω μιας περισσότερο «απολογητικής» συνεντεύξεώς του στο κρατικό κανάλι ΝΕΤ. Αρα, συμπεραίνουν στη Ρηγίλλης και τα δύο γεγονότα δεν επηρέασαν θετικά την κοινή γνώμη.

Επίσης, με ικανοποίηση αντιμετωπίζουν στη Νέα Δημοκρατία και τα ποσοστά που λαμβάνει το ΚΕΠ του δημάρχου Αθηναίων. Κι αυτό, γιατί, ενώ υπάρχει μία τάση για σταθεροποίηση των ποσοστών του δημάρχου -περί το 8,4%- η σύγκριση με τις προηγούμενες δημοσκοπήσεις καταδεικνύει ότι ο κ. Δημήτρης Αβραμόπουλος απώλεσε άλλο ένα 2% της δυνάμεώς του, τους τελευταίους δύο μήνες, γεγονός που, σε συνδυασμό με τις προηγούμενες δημοσκοπήσεις, καταδεικνύει την σταδιακή έστω και αργή πλέον συρρίκνωση του πολιτικού του φορέα.

Τη ΓΣΕΕ εμπιστεύονται περισσότερο για τον χειρισμό του Ασφαλιστικού

Ελλειψη πλήρους εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση αναφορικώς με το Ασφαλιστικό καταγράφηκε στη δημοσκόπιση της MRB, αφού το 52,5% των ερωτηθέντων εδήλωσαν ότι έχουν «καμία εμπιστοσύνη» στην κυβερνητικούς χειρισμούς και 23,1% «ελάχιστη εμπιστοσύνη». Το σύνολο της αρνητικής γνώμης για την κυβέρνηση ανέρχεται σε 75%, ποσοστσό που ξεπερνά κατά πολύ την αρνητική άποψη των ερωτηθέντων για τη Νέα Δημοκρατία -ποσοστό 51,4%- και για την ΓΣΕΕ – ποσοστό 42,6%.

Εμπιστοσύνη

Μεγαλύτερα ποσοστά εμπιστοσύνης εξασφαλίζει συγκριτικώς προς την κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, για την επίλυση του ασφαλιστικού προβλήματος. Συνολικώς, το 33,8% των ερωτηθέντων εξεφράσθη θετικώς προς τη Νέα Δημοκρατία έναντι ποσοστού 20,9% που διατύπωσε θετική άποψη για την κυβέρνηση. Ειδικότερα, το 11,1% των ερωτηθέντων εκφράζει «μεγάλη εμπιστοσύνη» προς την αξιωματική αντιπολίτευση και 22,7% «αρκετή εμπιστοσύνη». Τα αντίστοιχα ποσοστά για την κυβέρνηση είναι 4,5% και 16,4%. Σαφώς θετικότερη, τόσο εν σχέσει με την κυβέρνηση όσο και συγκριτικώς με τη Νέα Δημοκρατία, είναι η άποψη των ερωτηθέντων προς την ΓΣΕΕ, την οποία και φαίνεται αν εμπιστεύονται για την επίλυση του ασφαλιστικού προβλήματος. Το 10,2% εκφράζει «μεγάλη εμπιστοσύνη» και το 39,1% «αρκετή εμπιστοσύνη», προς τη ΓΣΕΕ, γεγονός που ανεβάζει την θετική γνώμη των ερωτηθέντων στο ποσοστό του 49,3%.

Θετική είναι αντίληψη των ερωτηθέντων για την πολιτική της κυβερνήσεως έναντι της Τουρκίας, καθώς το 48,4% εμφανίζεται να συμφωνεί «απόλυτα» ή «μάλλον» με την ακολουθούμενη ελληνοτουρκική προσέγγιση, ενώ το ποσοστό των διαφωνούντων, «απόλυτα» ή «μάλλον» φθάνει στο 44%.

Απολύτως διχασμένοι εμφανίζονται οι ερωτηθέντες ως προς την εμπιστοσύνη τους προς την κυβέρνηση στο θέμα της διοργανώσεως των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, όπου η θετική άποψη συγκεντρώνει το 48%, ενώ η αρνητική («ελάχιστη» και «καμμία» εμπιστοσύνη) φθάνει το 48,3%.

Σταθερή η Αριστερά, κάμψη σε ΔΗΚΚΙ – ΚΕΠ

Εντονο το στοιχείο του προβληματισμού χαρακτήριζε τις συζητήσεις στα επιτελεία των «μικρών» κομμάτων, καθώς τα αποτελέσματα της τελευταίας δημοσκόπησης δείχνουν στην καλύτερη περίπτωση ότι δεν έχουν καρπωθεί -ως κόμματα της αντιπολιτεύσεως- της έντονη φθορά του ΠΑΣΟΚ.

Ποιοτικά μεγαλύτερο πρόβλημα φαίνεται να αντιμετωπίζει το νεοϊδρυθέν κόμμα του κ. Δημ. Αβραμόπουλου, αφού όχι μόνο μειώνεται το ποσοστό του συγκριτικά με παλαιότερες μετρήσεις των τάσεων της κοινής γνώμης, αλλά και -πολύ περισσότερο- η Νέα Δημοκρατία, όμορος πολιτικός χώρος, δείχνει να έχει τάσεις ενίσχυσης των δυνάμεών της, γεγονός το οποίο με τη σειρά του μπορεί να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα συσπείρωσης των οπαδών του Κινήματος Ελευθέρων Πολιτών (ΚΕΠ).

Από την άλλη, στα κόμματα της λεγόμενης παραδοσιακής Αριστεράς, η κατάσταση συγκριτικώς με τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές μοιάζει να μην έχει αλλάξει.

Το γεγονός αυτό είναι κατ’ αρχήν θετικό, ειδικότερα για τον Συνασπισμό, αφού ως γνωστόν η Κουμουνδούρου τους τελευταίους μήνες πέρασε μία ακόμη σοβαρή εσωτερική κρίση – κορύφωση της οποίας ήταν η αποχώρηση ομάδας στελεχών της (των λεγόμενων «εκσυγχρονιστών»).

Στον αντίποδα, το ΔΗΚΚΙ δείχνει να διέρχεται σοβαρή κρίση διαρκείας με απρόβλεπτη συνέχεια. Στελέχη, πάντως, τόσο του ΚΚΕ και του ΣΥΝ όσο και του ΔΗΚΚΙ υποστηρίζουν ότι υπάρχει αρκετός χρόνος ακόμη, ώστε έπειτα από κατάλληλες κινήσεις και επιλογές, να κεφαλαιοποιήσουν τις διαρροές οι οποίες σημειώνονται στον χώρο του ΠΑΣΟΚ. Στο σύνολό τους δε, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αντιστροφής του κλίματος από πλευράς του κυβερνώντος κόμματος, επισημαίνοντας παράλληλα ότι τούτη τη φορά, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ φέρει ακεραία την ευθύνη για την ενίσχυση της Νέας Δημοκρατίας και το άνοιγμα του δρόμου για την επάνοδό της στη διακυβέρνηση. Αξιοσημείωτο είναι, πάντως, ότι στέλεχος του ΣΥΝ υποστήριζε χθες πως εάν υπάρχει κάποια πιθανότητα αντιστροφής της κατάστασης, αυτή μπορεί να υπάρξει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η κυβέρνηση αλλάξει το περιεχόμενο της ακολουθούμενης πολιτικής.

Από την πλευρά της ΑΕΚΑ (την οποία συγκρότησαν πρώην στελέχη του ΣΥΝ) επισημαίνεται ότι η κυβέρνηση και προσωπικά ο κ. Σημίτης πρέπει να προχωρήσουν τολμηρά το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα και τις μεταρρυθμίσεις.

Ανησυχίες του Προέδρου για το Γκέτεμποργκ

Οι επαφές τις οποίες είχε ο πρωθυπουργός με ξένους ηγέτες προσφάτως, τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στο Γκέτεμποργκ, τον έπεισαν -όπως προκύπτει από χθεσινή δήλωσή του- ότι η ακολουθούμενη κυβερνητική πολιτική είναι ορθή. Και πρόσθεσε ότι αυτήν την πολιτική θα συνεχίσει να υλοποιεί και στο μέλλον.

«Από τις επαφές που είχα τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στη Σουηδία», δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. K. Σημίτης έπειτα από συνάντηση την οποία είχε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας K. Στεφανόπουλο, «προκύπτει μα σαφήνεια ότι η χώρα πρέπει να συνεχίσει την πολιτική που έχει ακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή, μια πολιτική που εξασφαλίζει σταθερότητα στην οικονομία, έντονους αναπτυξιακούς ρυθμούς που έχουμε και θα έχουμε και επίσης, διεύρυνση της κοινωνικής πολιτικής, όπως το έχουμε προγραμματίσει και σύμφωνα με τα προγράμματά μας». Αναφερόμενος στη συνέχεια και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο κ. Σημίτης υπογράμμισε ότι επίσης «θα συνεχίσουμε την πολιτική ειρήνης και συνεργασίας, που έχει αποδώσει. Και έχει αποδώσει γιατί έχει δώσει στην Ελλάδα ένα ιδιαίτερο κύρος».

Αξιοσημείωτο είναι ότι λίγο πριν από την κατ’ ιδίαν συζήτησή τους οι δύο άνδρες συνομίλησαν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες και για τις έντονες αντιδράσεις κοινωνικών ομάδων, κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής στο Γκέτεμποργκ. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επισήμανε ότι οι αντιδράσεις αυτές έδειξαν την ανησυχία η οποία υπάρχει στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη για τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Από τη δική του πλευρά ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η σύνοδος στη Σουηδία έδειξε τόσο τη δυναμική όσο και τις δυσκολίες της ευρωπαϊκής πορείας, ενώ έκανε λόγο και για την ύπαρξη αποστάσεων ανάμεσα στις ηγεσίες και στους πολίτες. Επανέλαβε, ωστόσο, ότι είναι απαράδεκτες οι εκδηλώσεις βίας.

Σταθερά ως τα τρία σημαντικότερα προβλήματα της χώρας καταγράφονται, σε σχέση με την τελευταία έρευνα της MRB τον Δεκέμβριο του 2000, η ανεργία, η υγεία και η περίθαλψη και η εκπαίδευση.