ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τρία σενάρια με… παραλλαγές για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ

Δεν είναι η πρώτη φορά τώρα, εν όψει του εκτάκτου Συνεδρίου, που το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αντιμέτωπο με την προοπτική διαδοχής του κ. K. Σημίτη στην ηγεσία του κόμματος.

Πρόσφατα, ο ίδιος ο πρωθυπουργός «άγγιζε» το ευαίσθητο αυτό θέμα, όταν κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής συνεντεύξεώς του ανέφερε ότι μετά την προσεχή εκλογική αναμέτρηση προτίθεται να ανοίξει τη συζήτηση για τη διαδοχή του. Από καιρό, ωστόσο, με αφορμή και τα έντονα εσωκομματικά προβλήματα στο ΠΑΣΟΚ οι συζητήσεις για το ενδεχόμενο αλλαγής του προέδρου πύκνωναν στο παρασκήνιο. Απλώς, τούτη τη φορά, με τον πλέον επίσημο και τυπικό τρόπο (αφού στα Συνέδρια αναδεικνύονται οι ηγεσίες των κομμάτων) το ΠΑΣΟΚ, ο σημερινός αρχηγός του και οι επίδοξοι διάδοχοί του καλούνται να αντιμετωπίσουν ανοιχτά το ζήτημα.

Από την πλευρά του ο κ. K. Σημίτης έχει -μέχρι στιγμής, τουλάχιστον- καταστήσει σαφές ότι θα είναι υποψήφιος για την επανεκλογή του. Φαίνεται δε να επιδιώκει με την κίνησή του αυτή, μετά την αναβάπτισή του από το Συνέδριο, να υλοποιήσει το σχέδιό του για τη μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ σε έναν ουσιαστικώς νέο κομματικό φορέα.

Τούτο συνεπάγεται την οριστική ρήξη του με πρόσωπα και ομάδες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θεωρεί ότι παρεμποδίζουν (ή και υπονομεύουν) την πολιτική του. Αυτό είναι το «σκληρό σενάριο», το οποίο για τους περισσότερους εντός του εκσυγχρονιστικού στρατοπέδου θεωρείται και ως το πιθανότερο: «Επιτέλους ήρθε η ώρα των καθαρών λύσεων. Και καθαρές λύσεις σημαίνουν καθαρές σχέσεις. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να ξεκαθαρίσουν και οι ανοιχτοί μεταξύ μας λογαριασμοί», σημειώνει στέλεχος εκ των θερμών υποστηρικτών του κ. Σημίτη.

Η άλλη -εναλλακτική- λύση την οποία έχει ο κ. Σημίτης, στην περίπτωση κατά την οποία βεβαίως κερδίσει και αυτό το Συνέδριο, είναι να ακολουθήσει μεν μια πιο δυναμική τακτική έναντι των αντιπάλων του, αλλά και πάλι τηρώντας ισορροπίες. Δηλαδή, επί της ουσίας, να κερδίσει χρόνο, αποφεύγοντας ρήξεις – οι οποίες είναι δυνατόν να οδηγήσουν και σε διάσπαση. Κάτι τέτοιο θεωρείται ιδιαιτέρως πιθανό να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία η (άνευ αντιπάλου) νίκη του κ. Σημίτη επιτευχθεί με μεγάλο αριθμό «λευκών» ψηφοδελτίων.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ασφαλώς και το ενδεχόμενο ήττας του σημερινού προέδρου του κόμματος: Εάν κάποιο εκ των κορυφαίων στελεχών κρίνει ότι μια πιθανή επικράτηση του κ. Σημίτη θα συνεπάγεται «σημιτοποίηση» του κόμματος και πλήρη περιθωριοποίηση των αντιπάλων του, μπορεί να θέσει υποψηφιότητα, διεκδικώντας «απέναντι» στον κ. Σημίτη την προεδρία του κόμματος.

Σε περίπτωση επικράτησης του αντιπάλου του κ. Σημίτη, ο πρωθυπουργός αναμένεται να παραιτηθεί, «διευκολύνοντας» τον νεοεκλεγέντα και τα θεσμοθετημένα Οργανα του κόμματος (κυρίως την Κοινοβουλευτική Ομάδα) να προχωρήσουν και στις συνταγματικά προβλεπόμενες διαδικασίες εκλογής νέου πρωθυπουργού (αντίστοιχες δηλαδή διαδικασίες εκείνων οι οποίες ακολουθήθηκαν όταν είχε παραιτηθεί ο Α. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία). Σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να αναμένεται επίσης ο… εξοστρακισμός των «εκσυγχρονιστών» από τις νευραλγικές θέσεις του Κινήματος.

Στον κύκλο των ατελείωτων συζητήσεων «περί διαδοχής», ο οποίος έχει ανοίξει για τα καλά πλέον στο ΠΑΣΟΚ, ακούγονται και άλλα σενάρια, ίσως λιγότερο πιθανά. Μεταξύ αυτών, είναι:

– Η παραίτηση του κ. Σημίτη από τη διεκδίκηση της επανεκλογής του (εάν, όπως λέγεται, διαπιστώσει, βάσει των όσων μεσολαβήσουν από σήμερα μέχρι τον Οκτώβριο ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες να κερδίσει τη μάχη).

– Η σύναψη συμμαχίας από δύο άλλα κορυφαία στελέχη, στη βάση της λεγόμενης «δυαρχίας»: Αλλος πρόεδρος και άλλος πρωθυπουργός. Σε μια τέτοια περίπτωση και εάν, βεβαίως, τα στελέχη αυτά τυγχάνουν ευρύτερης αποδοχής (αναφέρεται επί παραδείγματι το δίδυμο Ακης Τσοχατζόπουλος – Γ. Παπανδρέου), τότε, όπως είναι φυσικό, αλλάζει άρδην το σκηνικό της αναμέτρησης.

Συνθήματα κατά Σημίτη στο μνημόσυνο

Η γενικευμένη κρίση που επικρατεί εσχάτως στο ΠΑΣΟΚ επιβεβεβαιώθηκε ακόμη και στο χθεσινό μνημόσυνο για τα πέντε χρόνια από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, παρούσης της ιστορικής ηγεσίας του κόμματος. Ομάδα περίπου 100 ατόμων, της αποκαλούμενης από τον πρωθυπουργό «αναχρονιστικής πτέρυγας», αίφνης άρχισε να φωνάζει συνθήματα όπως «Ακη μαζί, στη νέα εποχή» και «αλλαγή, αλλαγή όχι στον εκβιαστή». Ο κ. Σημίτης, πάντως, ο οποίος αντελήφθη τα «υπονοούμενα» των συνθηματολόγων, παρέμεινε ψύχραιμος και απέφυγε οποιοδήποτε σχόλιο που θα δημιουργούσε περαιτέρω ένταση στην ήδη συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα του Πρώτου Νεκροταφείου…

Με κλειστά χαρτιά μέχρι το συνέδριο οι πρωτοκλασάτοι

Στη μεγαλύτερη δυνατή δοκιμασία εισέρχονται οι σχέσεις του κ. K. Σημίτη με τους περισσότερους «βαρόνους» του κυβερνώντος κόμματος, μετά την επιβολή από τον πρωθυπουργό της απόφασης για επίσπευση του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ κατά τη δραματική συνεδρίαση του Ε.Γ. της περασμένης Πέμπτης.

Το πολεμικό κλίμα στις σχέσεις του πρωθυπουργού με τους «κορυφαίους» του ΠΑΣΟΚ αποτυπώθηκε στην ίδια τη συνεδρίαση του Ε.Γ. Εκεί διημείφθησαν διάλογοι και αντηλλάγησαν πυρά που σύμφωνα με ορισμένους εκ των παρισταμένων, εάν κάποτε δουν στην πλήρη τους μορφή το φως της δημοσιότητας, θα είναι δύσκολο να εξηγηθεί ότι έλαβαν χώρα στο κορυφαίο καθοδηγητικό όργανο του κυβερνώντος κόμματος.

Ομως και τώρα, που η ένταση των στιγμών έχει υποχωρήσει, το πολιτικό πρόβλημα παραμένει: Ο κ. Σημίτης τόσο με το εκβιαστικό δίλημμα που έθεσε στο Ε.Γ. «έκτακτο συνέδριο ή φεύγω», όσο κυρίως με τα μηνύματα που εξέπεμψε μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης, ουσιαστικά προανήγγειλε ότι εγκαινιάζει ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, εγκαταλείποντας τη λογική των ισορροπιών με τους πρωτοκλασάτους του κυβερνώντος κόμματος, και με το λεγόμενο «παραδοσιακό» ΠΑΣΟΚ.

Ομως, η επιστροφή του κ. Σημίτη στις «καθαρές λύσεις», μέσω των οποίων επικράτησε στο συνέδριο του 1996 δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Οι δυνάμεις του κ. Α. Τσοχατζόπουλου ήδη προετοιμάζονται εν όψει του συνεδρίου, αν και ο υπουργός Αμυνας δεν πρόκειται να λάβει τις τελικές του αποφάσεις για τη στάση που θα τηρήσει πριν από τον Σεπτέμβριο.

Επίσης, έντονος προβληματισμός για τις προθέσεις του κ. Σημίτη επικρατεί στα κορυφαία στελέχη που κινούνται στον «μεσαίο χώρο» του ΠΑΣΟΚ, από την κ. Βάσω Παπανδρέου και τον κ. K. Λαλιώτη μέχρι τον κ. Ευάγγ. Βενιζέλο, καθώς ουδείς είναι βέβαιος εάν η επιλογή του κ. Σημίτη να εφαρμόσει χωρίς εκπτώσεις την πολιτική του δεν συνεπάγεται την ανάθεση πρώτων ρόλων στην κυβέρνηση και στο κόμμα μετά το συνέδριο σε μια νέα γενιά «σημιτοφυλάκων».

Βεβαίως, από το Μέγαρο Μαξίμου μεταδίδεται ότι στις προθέσεις του κ. Σημίτη δεν είναι να αξιοποιήσει το συνέδριο ως ένα πεδίο εκκαθάρισης λογαριασμών. Οπως λέγεται, στόχος του πρωθυπουργού είναι να τερματιστεί η αμφισβήτηση προς το πρόσωπό του, και να γίνει επιτέλους σεβαστό ότι στο ΠΑΣΟΚ υπάρχει πλειοψηφία και μειοψηφία και η τελευταία δεν είναι δυνατόν να παρεμποδίζει συστηματικά την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής. Ομως, υψηλόβαθμα στελέχη του «εκσυγχρονιστικού» μπλοκ υπογραμμίζουν παράλληλα ότι ο κ. Σημίτης δεν θα ανεχθεί πλέον φαινόμενα προσωπικών στρατηγικών και εσωστρέφειας, ενώ σπεύδουν να προσθέσουν ότι στην πορεία προς το συνέδριο «ουδείς πρόκειται να φιμωθεί, αλλά και όλοι θα κριθούν με βάση τους λόγους και τις πράξεις τους», υπονοώντας σαφώς ότι στον ανασχηματισμό που θα ακολουθήσει, η στάση που θα έχει τηρήσει το κάθε στέλεχος κατά το προηγούμενο διάστημα θα αποτελέσει βασικό κριτήριο. Εκτός πια, και αν ο ανασχηματισμός έλθει πολύ νωρίτερα, αφού αρκετοί στο ΠΑΣΟΚ εκτιμούν πως η επίσπευση του συνεδρίου ήταν η πρώτη μόνον από τις κινήσεις που έχει σχεδιάσει ο πρωθυπουργός μέχρι τον Οκτώβριο, και πολύ σύντομα θα ακολουθήσουν αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα.

Βεβαίως, η έμμεση πλην σαφής απειλή για τη μορφή του ανασχηματισμού μετά το συνέδριο, σε μικρό βαθμό μπορεί να μεταβάλει τη στρατηγική του υπουργού Αμυνας κ. Α. Τσοχατζόπουλου και των υποστηρικτών του. Το δεύτερο σε ισχύ στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι τον Σεπτέμβριο θα τηρήσει προσωπικά στάση αναμονής, αφήνοντας όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά, αν και οι περισσότεροι στο κυβερνών κόμμα εκτιμούν πως τελικώς δεν θα επιλέξει τη στρατηγική της μετωπικής αναμέτρησης με τον κ. Σημίτη για το αξίωμα του προέδρου. Αλλά, αντιθέτως, την πλήρη αποδυνάμωση του πρωθυπουργού μέσω της επιλογής του «λευκού» στη σχετική ψηφοφορία.

Αλλά, ακόμη και αν ο κ. Τσοχατζόπουλος κινηθεί στην παρούσα φάση σε «χαμηλούς τόνους», θεωρείται περισσότερο από βέβαιο ότι από τις αμέσως επόμενες ημέρες τα στελέχη που πρόσκεινται στον υπουργό Αμυνας θα υψώσουν τη σημαία της κριτικής για την κυβερνητική πολιτική, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ΠΑΣΟΚ αλλά στις επιλογές του κ. Σημίτη. Αντιθέτως, τα κορυφαία στελέχη του «μεσαίου χώρου» στο ΠΑΣΟΚ, παρά τις ενστάσεις που κατέθεσαν στο Ε.Γ., εκτιμάται ότι τελικώς θα συνταχθούν στο συνέδριο με τον κ. Σημίτη. Υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι προηγουμένως θα λάβουν επαρκείς και το κυριότερο πειστικές εγγυήσεις για την πολιτική που θα ακολουθήσει ο πρωθυπουργός και τον ρόλο τους την «επόμενη ημέρα». Εξάλλου, τόσο ο κ. Λαλιώτης και η κ. Βάσω Παπανδρέου όσο και οι κ. Βενιζέλος και Σκανδαλίδης έχουν κατά καιρούς επισημάνει πως ένας εν ενεργεία πρωθυπουργός δεν μπορεί να ανατραπεί στο συνέδριο. Τέλος, ο κ. Σημίτης θα δώσει τη μάχη τού συνεδρίου με κάποιους δεδομένους από τώρα συμμάχους και αντιπάλους. Οι κ. Γ. Παπανδρέου, Κακλαμάνης, Παπαδόπουλος και Παπαντωνίου και η νέα γενιά στελεχών που προώθησε ο πρωθυπουργός, από τον κ. Χριστοδουλάκη και τον κ. Χρυσοχοΐδη μέχρι τον κ. Βερελή, την κ. Αννα Διαμαντοπούλου και τον κ. Ρέππα θα στηρίξουν πλήρως τον πρωθυπουργό. Αντιθέτως, όλοι στο ΠΑΣΟΚ θεωρούν βέβαιο ότι ο κ. Σημίτης θα βρει «απέναντί» του πέραν του κ. Τσοχατζόπουλου τον κ. Πάγκαλο, και αν όχι, τον ίδιο τον κ. Παπουτσή, τα στελέχη που επηρεάζει ο τελευταίος στην Κεντρική Επιτροπή και τον κομματικό μηχανισμό.

Σπίθα στην πυριτιδαποθήκη το γκάλοπ

Ολα κάτω! Ο δείκτης στο Χρηματιστήριο, οι εργαζόμενοι στους δρόμους για το Ασφαλιστικό και την οικονομική πολιτική, τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, η δημοτικότητα της κυβερνήσεως, ο δείκτης εμπιστοσύνης της κοινωνίας στο πρόσωπο του πρωθυπουργού.

Είναι αλήθεια ότι η τελευταία δημοσκόπηση (της εταιρείας MRB) λειτούργησε σαν τη σπίθα σε πυριτιδαποθήκη – ως τέτοια έμοιαζε το κυβερνών κόμμα τους τελευταίους μήνες. Ολοι το επισήμαιναν, ο ένας περισσότερο, ο άλλος λιγότερο. Ολοι πλην ενός: Του πρώτου τη τάξει, του ίδιου του κ. K. Σημίτη, ο οποίος δεν σταματούσε να δηλώνει ότι είναι ικανοποιημένος από την κυβέρνησή του, από τους υπουργούς του, από τους ρυθμούς και το αποτέλεσμα του κυβερνητικού έργου. «Ομάδα που κερδίζει δεν την αλλάζεις», έλεγε κάθε φορά που ετίθετο θέμα ανασχηματισμού, ως λύσεως η οποία ενδεχομένως να προσέφερε διέξοδο στην κυβέρνηση.

Η στάση αυτή του κ. Σημίτη, είτε οφειλόταν σε αδυναμία αντιδράσεως (γεγονός το οποίο εκ των πραγμάτων δικαιολογεί τις εκτιμήσεις περί «πολιτικής ομηρείας» του), είτε σε αδυναμία να συνειδητοποιήσει την κρισιμότητα της καταστάσεως, συνέβαλε αποφασιστικά στη διόγκωση της κρίσεως. Εδειξε δε να ενεργοποιείται μόνον όταν είδε αποτυπωμένους σε χαρτί, τους δείκτες εκείνους των δημοσκοπήσεων, οι οποίοι τον αφορούσαν προσωπικά.

Ο κ. Σημίτης φάνηκε για πρώτη φορά τόσο θορυβημένος. Είδε μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα να καταρρέει ό,τι με επιμονή επιχείρησε να χτίσει επί σειράν ετών: Την εντύπωση, δηλαδή, ότι εκείνος και οι ιδέες του κατά κύριο λόγο, καθώς και μια ομάδα νεώτερων στελεχών, αποτελούν ό,τι το καλύτερο έχει σήμερα να επιδείξει το ΠΑΣΟΚ. Υπενθυμίζεται ότι σχεδόν από το 1996, όταν ανέλαβε για πρώτη φορά την πρωθυπουργία, μέσω συνεργατών του έστελνε διαρκώς μήνυμα -ούτε λίγο ούτε πολύ- δυσφορίας για το πολιτικό προσωπικό με το οποίο ήταν… αναγκασμένος να λειτουργήσει. Αλλά πέραν τούτων των φραστικών και πάντα ανεπισήμων αναφορών, ουδέν. Η χαρακτηρισθείσα από ορισμένους ως «ατολμία» και από άλλους απλώς «αδυναμία» του πρωθυπουργού να αντιμετωπίσει τα -κατά την άποψή του- αρνητικά στοιχεία του ΠΑΣΟΚ (δομές, πρόσωπα και ομάδες), είχε ως φυσικό επακόλουθο την εξάλειψη κάθε ίχνους εσωτερικής αλληλεγγύης στην κυβέρνηση, αλλά και την ανάπτυξη φαινομένων αμφισβητήσεως του ίδιου του κ. Σημίτη.

Το τελευταίο διάστημα, η αμφισβήτηση αυτή μετεξελίχθηκε σε ανοιχτή κριτική της ακολουθούμενης κυβερνητικής πολιτικής, των επιλογών του σχετικώς με τα πρόσωπα που υπουργοποίησε και, ακόμη χειρότερα: στην άρνηση παροχής στηρίξεως συγκεκριμένων επιλογών (νομοσχεδίων κ.λπ.) της κυβέρνησης.

Ενδεικτικό παράδειγμα; Στο σύνολό τους τα κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, μέλη της Κυβερνητικής Επιτροπής και του Εκτελεστικού Γραφείου συμφωνούσαν κατά τη διάρκεια συσκέψεως στο Μέγαρο Μαξίμου επί των θέσεων για το Ασφαλιστικό και λίγα 24ωρα μετά, ορισμένοι εξ αυτών την επέκριναν δημοσίως. Αλλά και προ ημερών, βουλευτές αρνήθηκαν επί της ουσίας να ψηφίσουν σχέδια νόμου, όπως εκείνο το οποίο αφορά την τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα.

«Η κατάσταση είναι τραγική. Θέματα που θα μπορούσαν να επιλυθούν με ένα τηλεφώνημα μεταξύ δύο υφυπουργών, αποτελούν αντικείμενο πολύωρων συνεδριάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου», λέει χαρακτηριστικά στέλεχος της κυβερνήσεως.

Επρεπε, λοιπόν, να φθάσουν όλα στο ναδίρ, για να υπάρξει αντίδραση από πλευράς του πρωθυπουργού. Γι’ αυτό, ακριβώς, δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι υποστηρίζουν ότι «τώρα πια, δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής…