ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Τουρκία πιο μακριά από τη δημοκρατική Ε.Ε.

Πολύ μακριά από την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση παραμένει η Τουρκία σε αντίθεση με την Κύπρο, η δε Ευρώπη δεν επείγεται να τη δεχθεί στους κόλπους της, εμμένοντας στην εκπλήρωση των αυστηρότατων κριτηρίων εκδημοκρατισμού που έχει θέσει. Αυτό προέκυψε με αρκετή σαφήνεια και χθες, κατά το 40ό Συμβούλιο Σύνδεσης Ευρωπαϊκής Ενωσης – Τουρκίας, που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο, παρουσία του υπουργού Εξωτερικών κ. Γ. Παπανδρέου.

Συνεχείς επαφές

Αν και σε ό,τι αφορά το διαδικαστικό σκέλος της η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας συνεχίζεται ομαλά με συνεχείς επαφές όπως το χθεσινό συμβούλιο, οι Ευρωπαίοι εξήγησαν καθαρά στον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Ισμαήλ Τζεμ ότι, στην ουσία, το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένει βαθύτατο, σε σχεδόν όλα τα επίπεδα, από τα ανθρώπινα δικαιώματα μέχρι το Κυπριακό.

Μάλιστα, οι εκτενείς αναφορές της Λιντ και του Φερχόιγκεν στο Κυπριακό καταδεικνύουν, όπως εξήγησε προς τους δημοσιογράφους ο κ. Παπανδρέου, τη μεγάλη σημασία για την Ελλάδα ειδικότερα του χθεσινού συμβουλίου αλλά και όλης της διαδικασίας που άρχισε με την απόφαση του Ελσίνκι: την αναγωγή θεμάτων ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα σε ευρωτουρκικές πλέον διαφορές.

Το Κυπριακό

Ετσι, σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, τόσο η προεδρεύουσα του Συμβουλίου, Σουηδή υπουργός Εξωτερικών Αννα Λιντ (η μόνη Ευρωπαία υπουργός πλην του κ. Παπανδρέου που παρέστη), όσο και ο αρμόδιος για τη Διεύρυνση επίτροπος Γκίντερ Φερχόιγκεν υπενθύμισαν ότι η Κύπρος θα είναι από τις πρώτες χώρες για τις οποίες θα ανοίξει η πόρτα της Ευρώπης.

Επειδή δε η Ευρώπη «προτιμά σαφώς» να έχει λυθεί προηγουμένως το Κυπριακό και καθώς τα χρονικά περιθώρια μέχρι την έναρξη της διεύρυνσης στενεύουν, θα πρέπει η Αγκυρα να πιέσει ιδιαίτερα τον Ραούφ Ντενκτάς να επανέλθει στις διακοινοτικές συνομιλίες. Σε αυτό ο Τζεμ απήντησε ασαφώς ότι η Τουρκία ήδη συμβάλλει στις προσπάθειες επανεκκίνησης των συνομιλιών, «προτείνοντας νέα στοιχεία που θα καταστήσουν τις συνομιλίες ουσιαστικές».

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δεν επανέλαβε τις γνωστές απειλές του, αλλά σημείωσε ότι ένταξη της Κύπρου χωρίς προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού θα «περιπλέξει ιδιαίτερα» τις προσπάθειες εξεύρεσης λύσης. «Το Κυπριακό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για την Τουρκία, την Ελλάδα και όλους τους εμπλεκομένους», τόνισε, ενώ ο κ. Παπανδρέου σημείωσε ότι αποτελεί και την αναγκαία συνθήκη ουσιαστικής βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Στο θέμα του εκδημοκρατισμού της Τουρκίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι Λιντ και Φερχόιγκεν επισήμαναν ιδιαίτερα την αντιδημοκρατική φύση της απαγόρευσης του ισλαμιστικού Κόμματος της Αρετής καθώς και την ανάγκη να ικανοποιήσει πραγματικά η Τουρκία τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης περί εκδημοκρατισμού της πολιτείας και κοινωνίας της χώρας.

Ο Τζεμ δέχθηκε μεν ότι οι απαιτήσεις της Ευρώπης πρέπει να ικανοποιηθούν, όμως σημείωσε και κάτι άλλο: την εκτίμησή του ότι η Ευρώπη υπερβάλλει και, επιπλέον, σε πολλά πράγματα δεν διαφέρει και τόσο από την Τουρκία… Δεν γίνονται συστηματικά βασανιστήρια και η κατάσταση στις φυλακές βελτιώνεται, σημείωσε, ενώ ο νόμος περί απαγόρευσης τηλεοπτικών εκπομπών στην τουρκική γλώσσα «στην πράξη δεν εφαρμόζεται», άρα δεν τίθεται θέμα ουσίας. Οσο για την απαγόρευση του Κόμματος της Αρετής, επισήμανε ότι και στην Ευρώπη έχουν ληφθεί αντίστοιχα μέτρα για την αντιμετώπιση των νεοναζί, παραβλέποντας τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων.

Ουδέναν έπεισε φυσικά και είναι ενδεικτικό ότι ο Γκίντερ Φερχόιγκεν συνόψισε ότι «η Τουρκία χρειάζεται πάρα πολύ χρόνο για να υιοθετήσει και να εφαρμόσει πραγματικά τις ιδιαίτερα εκτεταμένες συνταγματικές αλλαγές» που απαιτεί η Ευρώπη για να εξετάσει στα σοβαρά την υποψηφιότητά της.

Η Ευρώπη δεν επείγεται άλλωστε «μπορούμε να περιμένουμε», σημείωσε ο Γερμανός. Δεν είχε λοιπόν καμία τύχη και το αίτημα του Τζεμ για έναρξη προκαταρκτικής διαδικασίας εξέτασης του κοινοτικού κεκτημένου από κοινού με την Επιτροπή, κατ’ ουσίαν της έναρξης της πρώτης φάσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

Η απουσία σχολιασμού δηλαδή ίσως να οφείλεται στην προσπάθεια να δείξουν ότι δεν υπάρχει τίποτε άξιο σχολιασμού σε αυτόν τον τομέα. Πιθανόν επίσης να προσπαθεί έτσι να υποβαθμίσει τις έρευνες των Βρετανών, οι οποίοι παρουσιάζονται και ως οι περισσότερο αισιόδοξοι στο θέμα της εξάρθρωσης της οργάνωσης.