ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κυβερνητική χειρονομία περιμένει τώρα η Εκκλησία

Σε αναμονή βρίσκεται πλέον η διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδος μετά την προχθεσινή απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να «παγώσει» τις διαδικασίες που είχε εξαγγείλει για τη διεκδίκηση από την Πολιτεία δημοψηφίσματος με το ερώτημα προς τον λαό εάν επιιθυμεί ή όχι την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες.

Η κίνηση αυτή, που θεωρήθηκε αναγκαία ώστε να μην εμπλακεί η Εκκλησία στις πολιτικές αντιπαραθέσεις εμφανιζομένη σαν αντιπολιτευομένη το κυβερνών κόμμα, ελπίζεται από το αρχιεπισκοπικό περιβάλλον ότι θα εκτιμηθεί αναλόγως από την κυβέρνηση Σημίτη η οποία, μέχρι σήμερα, εμμένει σε στάσεις και πρακτικές στελεχών της που έχουν θεωρηθεί ως μειωτικές όχι μόνο για τον κλήρο αλλά και για τον πιστό λαό που σέβεται στην ελληνορθόδοξη παράδοση.

Δεν είναι μάλιστα λίγοι εκείνοι που πιστεύουν και μέσα από τον εκκλησιαστικό αλλά και από τον ευρύτερα πολιτικό χώρο ότι πολύ σύντομα ο πρωθυπουργός θα εγκαταλείψει την αδιάλλακτη προσωπική του θέση έναντι της Εκκλησίας και του Αρχιεπισκόπου και με ανάλογες αποφάσεις θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις δημιουργίας κλίματος επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών.

Πιέσεις για σύγκλιση

Ηδη, όπως λέγεται, πολλά στελέχη της κυβερνήσεως και γενικότερα του ΠΑΣΟΚ, όπως οι κ. Ευθυμίου, Λαλιώτης και Σκανδαλίδης, συμπεριλαμβανομένου και του προέδρου της Βουλής κ. Απόστολου Κακλαμάνη, πιέζουν τον πρωθυπουργό προς την κατεύθυνση συγκλίσεως Εκκλησίας – Κυβερνήσεως. Γιατί -όπως τονίζουν- εάν η κυβέρνηση δεν ανταποκριθεί στην κίνηση καλής θελήσεως που έκανε η Εκκλησία τότε το κόστος θα είναι ακόμη μεγαλύτερο για τον πρωθυπουργό και το κυβερνών κόμμα.

Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, ο Αρχιεπίσκοπος πείστηκε τελικά να μην προχωρήσει στην ανακοίνωση του τελικού αποτελέσματος της συλλογής υπογραφών και στη συνέχεια στην εκδήλωση αλυσιδωτών αντιδράσεων ακόμη και σε διεθνείς οργανισμούς εάν δεν δεχόταν η κυβέρνηση τη διενέργεια δημοψηφίσματος, γιατί οι κίνδυνοι να θεωρηθεί ως συμπόρευση της Εκκλησίας με την αξιωματική αντιπολίτευση ήσαν πράγματι μεγάλοι. Και προς αυτήν την κατεύθυνση της μεταπείσεως του κ. Χριστοδούλου βοήθησαν, από την περασμένη Πέμπτη μέχρι και την απόφαση της περασμένης Δευτέρας, παλαιοί του φίλοι από διαφόρους χώρους, ακόμα και από τον χώρο των επιχειρήσεων και της δημοσιογραφίας, που διατηρούν στενούς δεσμούς μαζί του και υπήρξαν εκ των βασικοτέρων υποστηρικτών της εκλογής του ως Αρχιεπισκόπου.

Παράλληλα, επικοινωνούσαν μαζί του στελέχη της κυβερνήσεως που διατήρησαν τη φιλία τους με τον κ. Χριστόδουλο, παρά την κρίση που πέρασαν οι σχέσεις της Εκκλησίας με την κυβέρνηση. Οσοι λοιπόν συνέβαλαν ώστε να «παγώσει» για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η Εκκλησία την ανακοίνωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματός της και τις αντιδράσεις που θα απέρρεαν από αυτό το γεγονός, έχουν στρέψει τώρα τις προσπάθειές τους προς τον κυβερνητικό χώρο, ώστε να πεισθεί και ο κ. Σημίτης πως μόνον κακό του έκανε έως τώρα η χωρίς λόγο αντιδικία του ιδίου και κάποιων στελεχών του με τον Ελλαδικό εκκλησιαστικό χώρο.

Κλείνοντας, πρέπει να αναφερθεί ότι ακόμη και στελέχη της Ν.Δ., που ήλπιζαν ότι θα προσέθετε και ο Αρχιεπίσκοπος με τις δικές του πιέσεις μεγαλύτερα προβλήματα στον πρωθυπουργό και έτσι θα τους βοηθούσε στο αντιπολιτευτικό τους έργο, επειδή βρίσκονται κοντά στην Εκκλησία, παρά την πικρία τους, θεωρούν πως καλώς έπραξε ο κ. Χριστόδουλος και δεν ανέμιξε την Εκκλησία στην επικείμενη οξυτάτη πολιτική διαμάχη που θα ακολουθήσει τους επόμενους μήνες και μέχρι τη διεξαγωγή του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ τον προσεχή Οκτώβριο.

Ο Τζεμ δέχθηκε μεν ότι οι απαιτήσεις της Ευρώπης πρέπει να ικανοποιηθούν, όμως σημείωσε και κάτι άλλο: την εκτίμησή του ότι η Ευρώπη υπερβάλλει και, επιπλέον, σε πολλά πράγματα δεν διαφέρει και τόσο από την Τουρκία… Δεν γίνονται συστηματικά βασανιστήρια και η κατάσταση στις φυλακές βελτιώνεται, σημείωσε, ενώ ο νόμος περί απαγόρευσης τηλεοπτικών εκπομπών στην τουρκική γλώσσα «στην πράξη δεν εφαρμόζεται», άρα δεν τίθεται θέμα ουσίας. Οσο για την απαγόρευση του Κόμματος της Αρετής, επισήμανε ότι και στην Ευρώπη έχουν ληφθεί αντίστοιχα μέτρα για την αντιμετώπιση των νεοναζί, παραβλέποντας τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων.