ΚΟΙΝΩΝΙΑ

100 χρόνια «Κ»: Εξασφαλισμένος ο θρίαμβος! Αρκεί να μην…

100 χρόνια «Κ»: Εξασφαλισμένος ο θρίαμβος! Αρκεί να μην…

Επιτυχία; Η νέα «Καθημερινή»; Μα αστειεύεσθε; Τι επιτυχία! Θρίαμβος! Θα τους σαρώσετε όλους! Αρκεί να μην…

Στο γραφείο μου, στο πέμπτο πάτωμα της «Καθημερινής», σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μόνο που όλα τα χαρτιά, οι εφημερίδες, τα περιοδικά, τα ημερολόγια, τα Αλμανάκ και τα βιογραφικά λεξικά, ελληνικά και ξένα, είναι όλα σταματημένα στο 1967. Αποκόμματα, σημειώσεις, φωτογραφίες, γράμματα, όλα είναι σφραγισμένα με την ίδια ημερομηνία, 1967, 1967…

Μόνο η Πούπσυ, η μαύρη γάτα του γραφείου, είναι αγνώριστη. […]

Ο «θρίαμβος» της νέας «Καθημερινής» –προφητεύουν όλοι, φίλοι, γνωστοί, άγνωστοι, συνάδελφοι, συνεργάται– είναι απόλυτα εξασφαλισμένος, αρκεί να μην…

Να μην παρουσιασθή ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά, ούτε Κεντρώα. Αρκεί να μην εκτεθή ούτε υπέρ, ούτε κατά της νομιμοποιήσεως του ΚΚΕ. Αρκεί να μη μιλήση για την πιθανότητα επανόδου του Κωνσταντίνου. Αρκεί να υποστηρίξη τον Καραμανλή, αλλά να μην είναι κυβερνητική. Αρκεί να μην αγνοήση το ρεύμα που υπάρχει υπέρ του Ανδρέα. Αρκεί να μη δώση προσοχή στο ρεύμα που υποτίθεται ότι υπάρχει υπέρ του Ανδρέα. Αρκεί, προς Θεού, να μη βοηθήση τους αποστάτας. Τους μισεί ο κόσμος. Αρκεί να μη γλιστρήση στη χυδαία δημοτική, αρκεί να μη γυρίση πίσω στην καθαρεύουσα. Η «Καθημερινή» πρέπει να μείνει η ίδια, όπως ήταν, αλλά και ν’ αλλάξη, να γίνη διαφορετική. Και προσοχή! Ας αποφύγη την πολλή χουντολογία, τα Πολυτεχνεία και τα βασανιστήρια. Αρκεί να μη ξεχάση, να μη σβήση, να αμνηστεύση τα εγκλήματα της επταετίας…

Ε, λοιπόν, φίλοι μου και προστάται της «Καθημερινής», αυτό που ζητάτε δεν γίνεται. Κρίμας! Το ωραίο όραμα μιας εκπληκτικής εκδοτικής επιτυχίας σβήνει από στιγμή σε στιγμή. Θα μου το εξασφάλιζε ένα ποσοστό πονηρής αυτολογοκρισίας, μια διακριτικότης, τυλιγμένη σ’ ένα κομψό μανδύα αντικειμενικότητος. Η συνταγή δεν είναι δύσκολη, αλλά, ομολογώ ότι ύστερα από τόσα χρόνια σιωπής, σκοπός μου και διάθεση είναι να μιλάω για όλα. Οπως είπε ο Σολζενίτσιν, η «σωτηρία της ανθρωπότητος εξαρτάται από το ν’ ανακατεύωνται όλοι οι άνθρωποι, σε όλα τα θέματα». (Τι τον θέλατε τώρα τον Σολζενίτσιν: Δεν ξέρετε ότι είναι μαύρο πανί για τους αριστερούς;).

Το ξέρω

Ξέρω ότι πολλοί φοβούνται τον κομμουνισμό σαν βαρειά ασθένεια, αλλ’ εν τούτοις, δεν θέλουν να τον μετρήσουν. Φοβούνται το θερμόμετρο πάρα πάνω από την αρρώστια. Γιατί να μη λάβουν μέρος στις προσεχείς εκλογές όλοι οι Ελληνες, όλων των αποχρώσεων, να μάθωμε ποιοι είμαστε και πόσοι;

Και το άλλο θέμα, που προκαλεί τα περισσότερα «αρκεί μην», το θέμα του Βασιλέως, πώς να μείνη βουβό, «ταμπού», αφού πρόκειται κάποτε να πάμε σε Δημοψήφισμα;

Θα κληθή, μας λένε, ο ελληνικός λαός ν’ αποφασίση ελεύθερα, ειλικρινά, ανεπηρέαστα, πώς θέλει να κυβερνάται και από ποιους.

Σύμφωνοι. Αλλά και απληροφόρητα; Πώς θ’ αποφασίση αυτός ο άμοιρος ελληνικός λαός αν δεν του εξηγηθή απλά, καθαρά, τίμια η διαφορά μεταξύ της Αβασιλεύτου ή Βασιλευομένης Δημοκρατίας; Πώς θα διαλέξη τι είδους

Δημοκρατία θέλει, όταν δεν ξέρη τα τρωτά της μιας και της άλλης. […] Τον μονόλογο θα τον διαδεχθή η σιωπή και όχι ο διάλογος;

«Πούπσυ, λέω στη μαύρη γάτα που με κοιτάζει με τα μισόκλειστα χρυσά μάτια, πάμε χαμένοι. Από αύριο δεν θα μας θέλη κανείς».
Ελένη Βλάχου, στήλη «Επίκαιρα», «Η Καθημερινή», 15/9/1974