ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Από την Κρίση στις κρίσεις

Από την Κρίση στις κρίσεις

Είναι, πράγματι, δύσκολο για έναν απλό άνθρωπο να αντιληφθεί σήμερα τι στ’ αλήθεια συμβαίνει στην Ελλάδα. Eχοντας δυσκολία να κατανοήσει τις στατιστικές και τους αριθμούς –που άλλωστε δεν τα λένε όλα– καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο κυρίαρχες εικόνες: τη μία που δείχνει τους δρόμους γεμάτους από αυτοκίνητα και τα μαγαζιά γεμάτα από κόσμο να καταναλώνει και να ζει όπως κάθε δυτικός τη ζωή του. Και την αντίθετη, που επίσης βιώνει προσωπικά, δηλαδή εκείνη της υπερφορολόγησης αλλά και της εκτόξευσης της παραοικονομίας, μιας αναποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης, της μαζικής μετανάστευσης των παιδιών του στο εξωτερικό, της γενικευμένης ανομίας στον δημόσιο χώρο κ.λπ. Εντέλει, τι ισχύει; Βγήκε άραγε ή όχι από την κρίση η χώρα;

Το ερώτημα είναι, φυσικά, λάθος, και από εκεί είναι που ξεκινάει το πρόβλημα. Είναι λάθος για δύο λόγους. Πρώτον, διότι ειδικά στην ελληνική περίπτωση, αυτό που ονομάστηκε «κρίση» ήταν η συσσωρευμένη επενέργεια μιας σειράς δομικών προβλημάτων πολλών χρόνων που απλώς χρειάζονταν μια καλή αφορμή για να οδηγήσουν στην οικονομική κατάρρευση του 2010. Από την πληθώρα των δομικών αυτών προβλημάτων λύθηκε μόνο το σύμπτωμα και όχι τα αίτια που το προκαλούν. Το ελληνικό κράτος δεν έχει τυπικά πλέον δημοσιονομικό πρόβλημα εφόσον μπορεί να παράγει πλεονάσματα, έχει όμως παραγωγικό από τη στιγμή που τα πλεονάσματα στηρίζονται απλώς στην υπερφορολόγηση μιας συρρικνούμενης πίτας, καθώς και στην αναστολή των υποχρεώσεων του κράτους προς την ιδιωτική οικονομία. Δεν χρεοκοπούμε μεν, αλλά και δεν μπορούμε να αναπτυχθούμε – και δεν έχει συνταχθεί ακόμη κανένα πλήρες σχέδιο επ’ αυτού με διαπαραταξιακή συναίνεση.

Σοβαρή ένδειξη ότι τίποτε δεν θα αλλάξει αποτελεί το ότι δεν αρθρώνεται αυτή τη στιγμή ούτε μισή επεξεργασμένη ιδέα για το πώς θα συνδεθεί η ανάπτυξη με την εκπαίδευση. Καθόλου τυχαίο ότι αντί για οικονομία της γνώσης και της καινοτομίας έχουμε του καφέ και του στριτ φουντ. Ποιοι απόφοιτοι ΑΕΙ μπορούν να υποστηρίξουν την πρώτη; Αν ισχύει κάτι, συνεπώς, είναι ότι η χώρα και οι αδράνειές της (πολιτικές και κοινωνικές) μετέτρεψαν την κρίση σε κανονικότητα.

Μάλιστα, ως κοινωνία ανεύθυνων γερόντων (που δημιούργησαν την κρίση), φρόντισαν να την «απλώσουν» στον χρόνο και να τη μεταφέρουν στις επόμενες γενιές. Την επέλυσαν δηλαδή μόνο ως στατιστικό πρόβλημα και όχι ως πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό. Για να μη λύσουν το ασφαλιστικό, μάλιστα, δεν δίστασαν να το βάλουν στο ζύγι ακόμη και με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Οταν αναφερόμαστε σε βαθύ πολιτισμικό πρόβλημα, αυτή είναι η καλύτερη περιγραφή του.

Ο δεύτερος λόγος που κάνουμε λάθος είναι διότι πιστεύουμε ότι το τούνελ της κρίσης είναι κάτι από το οποίο μπορείς να «βγεις», όπως έλεγε κι ένα παλιό τραγούδι του Πορτοκάλογλου. Μόνο που για ένα κράτος του σύγχρονου κόσμου –και η Ελλάδα παραμένει τέτοιο– η κρίση δεν είναι μία, ούτε ορατή, ενδεχομένως ούτε μεγάλη. Οι απειλές, οι κίνδυνοι και οι ξαφνικές ανατροπές της κανονικότητας είναι και θα είναι πολλές, επαναλαμβανόμενες και συχνά αόρατες. Εξάπλωση θανατηφόρων ιών, κλιματική αλλαγή, μαζικές ροές μεταναστών, εξεγέρσεις στις πόλεις (και όχι μόνο από περιθωριακές ομάδες), διαδικτυακές επιθέσεις, τρομοκρατία και οργανωμένο έγκλημα συνθέτουν ένα σκηνικό στο οποίο κανονικότητα είναι πλέον η μη κανονικότητα. Δεν έχουμε μεγάλους πολέμους πια να δώσουμε στον δυτικό κόσμο αλλά πολλές, μικρές, καθημερινές μάχες.

Φυσικά, τα κράτη παραμένουν ισχυρά και κυρίαρχα, και κανείς προσώρας δεν μπορεί να αμφισβητήσει το μονοπώλιό τους – δεν έχουμε επιστρέψει ακόμη, φευ, στον μεσαίωνα. Για να μη συμβεί αυτό, ωστόσο, θα πρέπει το κράτος να μπορεί να διαχειρίζεται τις διάφορες κρίσεις με όσο μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα γίνεται. Κυρίως να προστατεύει τη ζωή και την ευμάρεια των πολιτών του. Aλλωστε γι’ αυτό υπάρχει, πρωτίστως.

Στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων, ωστόσο, το ελληνικό κράτος αποδεικνύεται ακόμη πιο ανέτοιμο από ό,τι στον δημοσιονομικό. Από τη Μάνδρα μέχρι το Μάτι και τη Μόρια, για να μείνουμε μόνο στις πιο εξόφθαλμες (και αιματηρές) αποτυχίες, το ελληνικό κράτος δείχνει ότι δεν διαθέτει ούτε σχέδιο ούτε και στελεχικό δυναμικό με τεχνογνωσία απέναντι στις σύγχρονες απειλές. Ακόμη χειρότερα, αν κρίνουμε από την αντίδραση της σημερινής εξουσίας, δεν έχει καν συνείδηση του καταστροφικού της ελλείμματος. Της δείχνουν το φεγγάρι και κοιτάζει το δάχτυλο. Αν όμως «λύσαμε» το δημοσιονομικό πρόβλημα μεταφέροντάς το στους επόμενους, εδώ δυστυχώς οι κίνδυνοι είναι άμεσοι και δεν περιμένουν. Ούτε και οι νεκροί από την κρατική αδράνεια γυρίζουν πίσω.

Η βαθιά μεταρρύθμιση της ελληνικής δημόσιας διοίκησης θα πρέπει να είναι το μεγάλο στοίχημα των επόμενων κυβερνήσεων. Δεν μπορεί να είναι έργο μιας, ούτε άμεσης απόδοσης. Θα είναι ασφαλώς τιτάνιο, αλλά είναι το μόνο που διασφαλίζει τις ζωές μας. Κυριολεκτικά, θα έλεγα.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Δημόσια Διοίκηση & Τοπική Αυτοδιοίκηση», γραμματέας σύνταξης της «Νέας Εστίας».