ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλος: Η «οικονομία» της δευτερογαμίας των κληρικών

Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλος: Η «οικονομία» της δευτερογαμίας των κληρικών

Στις 13 Δεκεμβρίου 2018 το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο της Εκκλησίας της Ελλάδος επέβαλε την ποινή της καθαίρεσης σε κληρικό επαρχιακής μητρόπολης. Ο τελευταίος, ανυπαιτίως διαζευχθείς, είχε εκφράσει την επιθυμία να «έλθει εις γάμου κοινωνίαν» με νέα σύντροφο, η οποία, μάλιστα, κυοφορούσε τον καρπό της συνεύρεσής τους. Δεν θα υπεισέλθω στην ουσία της υπόθεσης. Αγνοώ, άλλωστε, τόσο το ιστορικό όσο και τις κρίσιμες λεπτομέρειές του… Ωστόσο, η απόφαση αυτή, η οποία σημειωτέον δεν παράγει έννομες συνέπειες μέχρι την τελεσιδικία της, φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο ένα ζήτημα επίκαιρης, ποιμαντικής ευθύνης: τη δευτερογαμία των κληρικών, τη δυνατότητα, δηλαδή, των τελευταίων να συνάπτουν γάμο μετά τη χειροτονία τους.

Είναι γνωστό ότι η ιερολόγηση του γάμου προηγείται της χειροτονίας για όποιον επιθυμεί την ένταξή του στον έγγαμο κλήρο. Δεν σπανίζει, όμως το φαινόμενο έγγαμοι ιερείς να βιώνουν στη συνέχεια την τραγικότητα της μοναξιάς τους είτε λόγω χηρείας είτε εξαιτίας ανυπαίτιας διάζευξης, η οποία οφείλεται συνήθως στην εγκατάλειψη από τις πρεσβυτέρες τους, που δεν άντεξαν το βάρος της ιερατικής συζυγίας και, ίσως, αναζήτησαν έτερο συνοδοιπόρο για να διαβούν την ανηφόρα της ζωής. Ας μη λησμονείται ότι στην τελευταία περίπτωση, επί μοιχείας δηλαδή της συζύγου του, ο κληρικός είναι υποχρεωμένος να ζητήσει τη λύση του γάμου του, αλλιώς απειλείται με καθαίρεση (καν. 8 Νεοκαισαρείας). Ετσι, δεν αποκλείεται να υποχρεωθεί ο κληρικός, εφόσον οι καταστάσεις το επιβάλουν, να ζήσει την ιερατική του διακονία με όρους και προϋποθέσεις που δεν συνθέτουν την ταυτότητα της αρχικής επιλογής του…

Η ποιμαντική προβληματική επί του ζητήματος δεν είναι ασφαλώς νέα. Προέκυψε το πρώτον στις αρχές του 20ού αιώνα και συγκεκριμένα το 1910, όταν ο τότε Αρχιεπίσκοπος Καρλοβικίου Λουκιανός (Εκκλησία της Σερβίας) απευθύνθηκε με επιστολή του στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, στην οποία του εξέθετε όλες τις παραμέτρους του ζητήματος που είχε γεννήσει η χηρεία πολλών έγγαμων κληρικών. Σταθμό, πάντως, στην αντιμετώπιση του θέματος αποτέλεσαν οι αποφάσεις του Πανορθόδοξου Συνεδρίου που συνήλθε, υπό την προεδρεία του Πατριάρχου Μελετίου του Δ΄ [Μεταξάκη], το 1923 στην Κωνσταντινούπολη, με τη συμμετοχή και της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον μητροπολίτη Δυρραχίου Ιάκωβο. Σύμφωνα με αυτές, επιτρέπεται, με απόφαση του ανώτατου συνοδικού οργάνου καθεμιάς αυτοκέφαλης Εκκλησίας, η σύναψη δεύτερου γάμου για τους κληρικούς που τελούν σε χηρεία, που θα λαμβάνεται έπειτα από γνωμοδότηση του επιχώριου Επισκόπου και συνεκτίμηση των ιδιαίτερων κατά περίπτωση συνθηκών και περιστάσεων (Πρακτικά και αποφάσεις κ.λπ., 1923, σελ. 138).

Η απόφαση αυτή επικαιροποιήθηκε στο ίδιο πνεύμα όλως προσφάτως (Σεπτέμβριος 2018) από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η δε εφαρμογή της «μετά της δεούσης προσοχής και διακρίσεως, θα προσφέρει “βάλσαμον” διά την θεραπείαν των δοκιμαζομένων κληρικών» (Πατριάρχης Βαρθολομαίος, Νομοκανονικά 2/2018). Ανάλογη, κατά το πνεύμα και τη στόχευση, είχε υπάρξει και η συνοδική διαγνώμη της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως είχε αποτυπωθεί σε επιστολή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο της 21ης Νοεμβρίου 2006…

Είναι γεγονός ότι η απόφαση της Ι. Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε ασεβής καινοτομία ούτε κολάσιμος νεωτερισμός. Και τούτο, διότι δεν καθιερώνει απροϋποθέτως τη δευτερογαμία των κληρικών. Αντιθέτως, είναι σαφές ότι η τελευταία μόνο κατ’ οικονομία επιτρέπεται, η επανειλημμένη ή συνεχής άσκηση της οποίας σε όμοιες περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν, ως γνωστόν, να οδηγήσει στη δημιουργία εθίμου ή, έστω, ερμηνευτικού «δεδικασμένου». Εναπόκειται, πλέον, στις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες εάν θα στοιχηθούν κατά τούτο με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Θα είναι, πάντως, μια ιδανική ευκαιρία να εκφράσουν τη φιλάνθρωπη και αγαπητική στάση τους σε ένα ζήτημα εκκλησιαστικής ευταξίας και πειθαρχίας…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.