ΚΟΙΝΩΝΙΑ

In Memoriam Κάντως Φατούρου – Ησυχάκη

Αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες μας εγκατέλειψε η αγαπημένη φίλη Κάντω Φατούρου – Ησυχάκη μόνους στη βαρβαρότητα αυτού του κόσμου. Αναχώρησε για τον σιωπηλό και αμόλυντο κόσμο των Ηλύσιων «ανεπαισθήτως», όπως ακριβώς έζησε. Ακολούθησε πιστά τη αρχή του «λάθε βιώσας», που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του Επίκουρου για τη ζωή. Eζησε μακριά από τη «φανταχτερή» δημοσιότητα και την αυτοπροβολή της «εικονικής» πραγματικότητα των μίντια, απαλλαγμένη από τις ρηχές επιθυμίες που γεννά η ματαιοδοξία μας, διαφύλαξε την ψυχική της ηρεμία ως κόρην οφθαλμού μέχρι το τέρμα της ζωής της κοντά στον αγαπημένο της Μίνωα Ησυχάκη στο Ρέθυμνο.

Ευτύχησα να την γνωρίσω ως συνάδελφο στη διάρκεια του 70, όταν εκείνη, ως Eφορος Νεότερων Μνημείων ασκούσε τα καθήκοντά της αρχικά στη Ρόδο και τα Δωδεκάνησα και σε συνέχεια στην Αθήνα, ενώ εγώ, στην αρχή της αρχαιολογικής μου «περιπέτειας» υπηρετούσα ως επιμελητής αρχαιοτήτων Ηλείας – Μεσσηνίας με έδρα την αρχαία Ολυμπία. Η Κάντω Φατούρου, εξέχον ήδη στέλεχος της αρχαιολογικής υπηρεσίας, εντυπωσίαζε με τη ευγενική και σεμνή παρουσία της, την απαλή φωνή της, το φευγαλέο των κινήσεών της, τα λευκά της μαλλιά και το καθαρό της πρόσωπο. Είχε διορισθεί το 1956 μετά την κατάργηση των μεταξικών απαγορεύσεων για τις μορφωμένες γυναίκες που αναζητούσαν θέση στα Πανεπιστήμια και τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ενώ όφειλαν «να επιστρέψουν στην κουζίνα»! Η Φατούρου ανήκε στη χορεία των ελάχιστων τότε επιστημόνων γυναικών που είχαν καταφέρει να ξεπεράσουν το «γυάλινο φράγμα που τους επέτρεπε να βλέπουν την κορφή αλλά να μην την φτάνουν». Είχε τη φήμη σοβαρής ερευνήτριας και ικανής διευθύντριας μεταξύ των αρχαιολόγων του κλάδου, ξεχώριζε ως προσωπικότητα χωρίς τάσεις αυτοπροβολής, θεράπευε αθόρυβα το γνωστικό αντικείμενο της ιστορίας της τέχνης που αγαπούσε ιδιαίτερα.

Τη συνάντησα εκ νέου ως συνάδελφο καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης της Δύσεως στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, όπου συμπορευτήκαμε από το 1985 ως τη συνταξιοδότησή της. Ηταν παντρεμένη με το Μίνωα Ησυχάκη, πνευματικό άνθρωπο προερχόμενο, λες, από το παρελθόν της κρητικής παράδοσης, πάντα ήρεμο και καλοπροαίρετο, να κυκλοφορεί μέσα στο άνετο φθαρμένο κουστούμι του και την παμπάλαια μερσεντές του στους χώρους του Πανεπιστημίου, στα βενετσιάνικα αρχοντικά του στο Καστέλι Χανίων και το Ρέθεμνος ή στο μετόχι του στον Αλικιανό, στου Νεροκούρου, ένα τοπόσημο μεγάλης ιστορικής και αρχιτεκτονικής αξίας, το οποίο δυστυχώς καταρρέει.

Η ουσιαστική συμβολή της Ησυχάκη στην επιστήμη της ιστορίας της τέχνη συνοψίζεται σε σημαντικές μονογραφίες και άρθρα της, όπως για παράδειγμα: «Πατμιακή Αρχιτεκτονική, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, Αθήνα 1962» (κτίσμα του 1603 του Νικηφόρου εκ Κρήτης, διατελέσαντος και επισκόπου Λαοδικίας), «Επιγραφές της Πάτμου, Αθήνα 1966» που συνέγραψε με τον Στέλιο Παπαδόπουλο (όπου δημοσιεύονται 270 ελληνικές και ξενόγλωσσες επιγραφές της μονής του Ιωάννη του Θεολόγου από το 1462 ως το 1891, σημαντικές για την ιστορία της μονής και την προσωπογραφία της εποχής), «Η Ρετούντα της Κρήτης, Αθήνα 1972», «Επιδράσεις της Κεντρικής Ευρώπης στην αρχιτεκτονική της Κρήτης της Αναγέννησης 1974», «Η κρητική Αναγέννηση και τα Ιταλικά πρότυπα της αρχιτεκτονικής της, 16ος-17ος αιώνας, Ρέθυμνο 1983», «Cretan Sources of Theotokopoulos (El Greco’s) Humanism, Αθήνα 2004», σε συνεργασία με το Μίνωα Ησυχάκη.
Καλό ταξίδι, Κάντω μου, άφησες πίσω σου έργο σημαντικό και ανθρώπους που σε αγαπούν και πάντα θα σε μνημονεύουν.

* Πέτρου Θέμελη, καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας