ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Εμπρός εις τους τάφους» των γενναίων της Ελευθερίας

«Εμπρός εις τους τάφους» των γενναίων της Ελευθερίας

«Προ εκατό χρόνων –την σημερινήν αυγήν– εις μίαν γωνίαν δούλης γης ολίγοι γενναίοι ύψωσαν αιματηρόν τον παιάνα της αιωνίας Ελευθερίας…». Με αυτή τη φράση ξεκινάει το κύριο άρθρο του ο Γεώργιος Α. Βλάχος στο πρωτοσέλιδο της 25ης Μαρτίου 1921. Η εκατονταετηρίδα της επετείου της Εθνεγερσίας βρίσκει την Ελλάδα και πάλι αναμετρούμενη με τους Τούρκους. Λίγες ημέρες νωρίτερα έχει προηγηθεί η κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ από τη Στρατιά της Μικράς Ασίας. Οι παραλληλισμοί είναι εμφανείς· μάλιστα, ο Βλάχος θα γράψει: «Εις τους Τάφους Σας, εμπρός εις το ευλογημένον χώμα, μεγάλοι των χρόνων εκείνων Πατέρες, κλίνομεν πάνοπλοι και σήμερον πάλι το γόνυ· τίμια τέκνα Σας, εφέραμεν χθες μέχρι του Ολύμπου, της Ιδης και της Ροδόπης και τώρα μακράν, προς την Προύσσαν και το Δορύλαιον, τον ευλογημένον εκείνον της Ελευθερίας δαυλόν».

Εν μέσω αυτού του πατριωτικού κλίματος, η «Κ» αφιερώνει ολόκληρο το πρωτοσέλιδό της στην επέτειο του Αγώνα του ’21. Κατά τη διάρκεια του μήνα, δημοσιεύεται σε συνέχειες το ημερολόγιο της Επανάστασης. Στο φύλλο της 11ης Μαρτίου αναγράφεται: «Επί τω εορτασμώ της Εκατονταετηρίδος αυτού [του Ελληνικού Δράματος του 1821] κατά το έτος τούτο, το οποίον δίδει ασφαλή ελπίδα οριστικής απολυτρώσεως και αποκαταστάσεως της Ελληνικής φυλής, θα παρέχωμεν από της σήμερον διά των στηλών της Καθημερινής χρονογραφικήν εικόνα, εν πάση δυνατή ιστορική ακριβεία, των γεγονότων της Επαναστάσεως, κατά ημερολογιακήν αντιστοιχίαν». Ανήμερα την επέτειο, δημοσιεύεται ένα απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο οποίο περιγράφονται τα γεγονότα της 24ης Μαρτίου μέχρι το ξημέρωμα της μάχης στο στενό του Αγίου Αθανασίου Καρύταινας. Στο ίδιο φύλλο παρατίθεται ένα πολύ ενδιαφέρον ιστορικό σημείωμα: η εξιστόρηση, με βάση εφημερίδες της εποχής, του πρώτου εορτασμού της επετείου. Μέχρι το 1838, η 25η Μαρτίου δεν είχε καθιερωθεί ως μέρα εθνικής εορτής, ώσπου στις 15 Μαρτίου ο Οθωνας με διάταγμά του όρισε: «Θεωρήσαντες ότι [η ημέρα] είνε προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν ημέραν έναρξιν του περί της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής εορτής».

Το βράδυ της παραμονής 21 κανονιοβολισμοί σήμαναν το επίσημο του εορτασμού, ενώ κατά την ανατολή του ηλίου της 25ης Μαρτίου άλλοι 21 κανονιοβολισμοί χαιρέτισαν την επέτειο. Στις 8 το πρωί, η ένοπλη φρουρά της πόλης παρατάχθηκε στις οδούς από τις οποίες έμελλε να περάσει το βασιλικό ζεύγος των Ελλήνων, για να πάνε στον ναό της Αγίας Ειρήνης, την τότε Μητρόπολη. Στις 9, ο Οθωνας και η Αμαλία έφτασαν «εφ’ άρματος» στην εκκλησία, συνοδευόμενοι από τις επευφημίες του πλήθους, για να παρακολουθήσουν τη δοξολογία, μαζί με τις πολιτικές, στρατιωτικές και δημοτικές αρχές, τις συντεχνίες και τους κατοίκους. Ακόμη, παρευρέθησαν οι πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Σουηδίας, οι ανώτεροι αξιωματικοί των αγγλικών και γαλλικών πλοίων που βρίσκονταν στον Πειραιά και οι υπάλληλοι των πρεσβειών.

Μετά το τέλος της δοξολογίας, σήμαναν άλλοι 21 κανονιοβολισμοί και το βασιλικό ζεύγος επέστρεψε στα Ανάκτορα. Στην πλατεία των Ανακτόρων ο Δήμος Αθηναίων είχε ανεγείρει τρόπαιο, γύρω από το οποίο ο λαός έστησε ελληνικούς χορούς «και συνευθύμησεν με άσματα, υπό τους ήχους των εγχωρίων οργάνων». Μάλιστα, ο χρονογράφος της εποχής αφηγείται το εξής συγκινητικό επεισόδιο: «Καθ’ ην στιγμήν είχε φθάσει ο χορός εις το κατακόρυφον της ζωηρότητός του και ο συγκεντρωμένος κόσμος είχε πλημμυρήσει την πλατείαν ίνα θαυμάση τους λεβέντηδες χορευτάς, έφθασεν η γραία και λευκόθριξ αδελφή των ανδρείων Λέκκα, η οποία αποτεινομένη προς τους χορεύοντας εφώναξε: “Σταματήστε, παιδιά, πρέπει εγώ ν’ αρχίσω τον χορό, γιατί σ’ αυτό το χώμα έδωσα δύο παλληκάρια αδέλφια μου και το μοναχογυιό μου”. Και με τα δάκρυα εις τα μάτια εμπήκε εμπροστά και έσυρε τον χορόν, συνεορτάζουσα με τον άλλον κόσμον την ανάμνησιν της μεγάλης ημέρας του Εθνους». Το βράδυ, φωταγωγήθηκαν η Ακρόπολη, όλα τα δημόσια καταστήματα και τα σπίτια, ενώ στη μία πλευρά του Λυκαβηττού είχε σχηματιστεί ένας μεγάλος σταυρός από φανούς, η θέα του οποίου προκάλεσε εντύπωση.

empros-eis-toys-tafoys-ton-gennaion-tis-eleytherias0
To κύριο άρθρο του Γεωργίου Α. Βλάχου με τίτλο «Εμπρός εις τους τάφους σας…» δέσποζε στο πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής» την 25η Μαρτίου του 1921.

Εκτός από τη συμπλήρωση της εκατονταετηρίδας από την Επανάσταση, το 1921 είναι σημαίνον έτος και για έναν ακόμη λόγο. Παρακολουθούμε την κορύφωση της Μεγάλης Ιδέας, πριν από την οριστική διάψευσή της με τη μικρασιατική τραγωδία· για τους Ελληνες της εποχής, η μικρασιατική εκστρατεία ήταν μία προέκταση του αγώνα για την απελευθέρωση του 1821. Μην ξεχνάμε πως ταυτόχρονα, ο ελληνικός στρατός συνέχιζε να προωθείται ολοένα και βαθύτερα στην Κιουτάχεια και όλοι πίστευαν ότι επιτέλους ο αλυτρωτισμός θα έπαυε να υπάρχει. Αυτό, φυσικά, αποτυπώνεται και από τους αρθρογράφους της εποχής.

Οπως ήδη αναφέρθηκε, ο Γεώργιος Α. Βλάχος τιτλοφόρησε το κύριο άρθρο της ημέρας «Εμπρός εις τους τάφους σας…», απευθυνόμενος προς τους αγωνιστές της Επανάστασης. Ο αρθρογράφος που υπογράφει το ιστορικό σημείωμα σχετικά με τον πρώτο εορτασμό της εθνικής επετείου, γράφει χαρακτηριστικά: «Μετά ογδοήκοντα τρία έτη εορτάζομεν την ιδίαν ημέραν με περισσοτέραν λαμπρότητα και με μεγαλύτερον ενθουσιασμόν, όχι μόνο διά την αναπόλησιν των μεγάλων ηρωικών γεγονότων της αθανάτου Ελληνικής εποποιίας, αλλά διότι την θεωρούμεν και ως αφετηρίαν και κέντρον προς νέους αγώνας και γενικόν επιστέγασμα του μεγάλου έργου, το οποίον οι ήρωες του 21 ήρχισαν και μας εκληροδότησαν». Μάλιστα, στο φύλλο της 26ης Μαρτίου, θα γραφεί: «Ανταξίως προς την μεγάλην ημέραν, ενθουσιώδης και λαμπρός υπήρξεν ο πανηγυρισμός της 100ής επετείου της Εθνικής ημών Αναγεννήσεως. Η χθεσινή ΚΕ’ Μαρτίου προσέλαβεν αίγλην όλως εξαιρετικήν. Οι τιμητικοί κανονιοβολισμοί υπό τους οποίους αφυπνίσθη η πρωτεύουσα απετέλεσαν οιονεί την απήχησιν των κροτούντων εις τα Μικρασιατικά πεδία ελληνικών τηλεβόλων, και εις το σύνηθες εωθινόν εμβατήριον ο λαός ενωτίσθη τον αντίλαλον των μακρυνών, αλλά προσφάτων νικητηρίων σαλπισμάτων».

Η συνέχεια του έπους

Ακριβώς 20 χρόνια αργότερα, η χώρα βρισκόταν και πάλι εμπόλεμη, αυτή τη φορά αμυνόμενη κατά των δυνάμεων του Αξονα. Οσο γραφόταν το Επος του ’40 στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, οι αθηναϊκές εφημερίδες προσπαθούσαν να εμψυχώσουν τον μαχόμενο ελληνικό λαό. Παρά την ένδεια που υποχρέωνε την «Κ» να βγάζει τετράφυλλο μόνο έντυπο, αφιερώνει το πρωτοσέλιδο της 26ης Μαρτίου 1941 στον αγώνα που 120 χρόνια νωρίτερα, έδωσε την ελευθερία στους Ελληνες. Ο Γεώργιος Α. Βλάχος γράφει: «Είναι μεγάλα τα καθήκοντα απέναντι της Φυλής μας και απέναντι της ανθρωπότητος. Δεν υπάρχει αμφιβολία, δευτέρα γνώμη δεν υπάρχει, ότι θα φέρωμεν με τον κορμόν ευθυτενή το βάρος τούτο και θα το φέρωμεν μέχρις εκεί όπου οι άλλοι ελεύθεροι λαοί μάς αναμένουν διά να τους το παραδώσωμεν. […] Με ό,τι μας προσφέρουν και με ό,τι έχομεν –και έχομεν την Ψυχήν μας– εδώ εις αυτήν της Ευρώπης την γωνίαν εις του κόσμου τον προμαχώνα, ιστάμεθα και πάλιν, όπως τότε εις τα Μηδικά, όπως προ 120 ετών το 21, με το όπλον εις το χέρι ψύχραιμοι, ακλόνητοι εις τας θέσεις μας, προμαχούντες του Κόσμου, νικηταί της βίας […]».

Τον Μάρτιο του 1944, οι κατοχικές αρχές επιτρέπουν στους κατοίκους της Αθήνας τον εορτασμό της εθνικής επετείου. Παρά την κατοχική λογοκρισία, την οποία υφίστατο η εφημερίδα, όπως και ο υπόλοιπος Τύπος, το πρωτοσέλιδο της 25ης Μαρτίου αφιερώνεται για πρώτη φορά από το 1941 στον Αγώνα του ’21· τυπώνονται συνολικά πέντε σχολιαστικά άρθρα, τα οποία επιχειρούν να αποτιμήσουν την Ιστορία, καθώς και ένα κείμενο του Δημητρίου Γατόπουλου σχετικά με το σπίτι του Λαζάρου Κουντουριώτη, όπως το περιέγραψε ο Νεόφυτος Βάμβας σε μία επιστολή του.

Στο κύριο άρθρο της ημέρας, ο τότε διευθυντής της «Κ», Σπύρος Κ. Τραυλός, γράφει χαρακτηριστικά: «Σήμερον από όρθρου μέχρις εσπέρας, υπό τους πλατείς της κυανολεύκου κυματισμούς, μέσα εις την παλαιάν αλλά και διαρκώς νέαν ατμόσφαιραν του εορτασμού της Μεγάλης Επετείου, θα προσέλθωμεν νοερώς προ των κενοταφίων, με την σεμνότητα που αρμόζει εις την Ημέραν, με την ευγένειαν του ήθους που επιβάλλει η γενναιότης, με την καθαρότητα του βλέμματος που απαιτεί η εκτέλεσις του καθήκοντος. Προσκυνηταί ευλαβείς θα κλίνωμεν γόνυ προ της Μνήμης των ανδρών που καθηγίασαν τα όσια και τα ιερά της Φυλής […]».