ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο συγκρουσιακός «πατριάρχης» της ελληνικής ιστορίας

Ο συγκρουσιακός «πατριάρχης» της ελληνικής ιστορίας

Δεν είχα ποτέ την τύχη να γνωρίσω από κοντά τον Σπύρο Βρυώνη, τον κορυφαίο Ελληνοαμερικανό ιστορικό, με πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο για το Βυζάντιο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα Βαλκάνια, τον αραβικό κόσμο και τα Σεπτεμβριανά, ο οποίος πέθανε πλήρης ημερών στις 11 Μαρτίου. Ομως σχημάτισα μια εικόνα για την προσωπικότητα και την ανεκτίμητη προσφορά του όταν, χάρη σε μια υποτροφία Fulbright το διάστημα 2009-2010, επισκέφθηκα σειρά εδρών Ελληνικών Σπουδών ανά την Αμερική. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι σε κάθε αναφορά στο όνομά του ανίχνευα στους συνομιλητές μου δέος και σεβασμό, μαζί με ένα είδος φόβου. 

Στο τέλος του ακαδημαϊκού αυτού έτους, είχα καταλάβει ότι ο Βρυώνης είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη και τον άτυπο τίτλο του «πατριάρχη» της ελληνικής ιστορίας. Καθώς όμως δεν συνήθιζε ποτέ να μασάει τα λόγια του, διατυπώνοντας την κριτική του πάντοτε δημοσίως και με επιχειρήματα, οι αντιπαραθέσεις μαζί του μπορεί να ήταν επώδυνα μετωπικές.

Στην περίκλειστη κοινωνία των πανεπιστημιακών, η αλήθεια θυσιάζεται συχνά για λόγους σκοπιμοτήτων και οι συγκρούσεις αποσοβούνται για χάρη της ανέλιξης. Αυτό ήταν κάτι που ο Βρυώνης απεχθανόταν. Ποτέ δεν λογάριασε τι επρόκειτο να απολέσει όταν αισθανόταν ότι έπρεπε να υπερασπιστεί την επιστημονική και προσωπική του ακεραιότητα.

Μία από τις περιπτώσεις αυτές ήταν η σφοδρή σύγκρουσή του με το Ιδρυμα Ωνάση, το οποίο χρηματοδότησε το 1987 Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στο New York University με επικεφαλής τον ίδιο. Οι δύο πλευρές αντήλλαξαν επιθετικές ανακοινώσεις. Ο δε Βρυώνης αποκάλυψε πως παραιτείται από το πόστο σε μία από τις παραδόσεις του.

Εξίσου μετωπικές ήταν και οι αντιπαραθέσεις του με Τούρκους ή φιλότουρκους πανεπιστημιακούς στις ΗΠΑ σε έδρες Τουρκικών Σπουδών, όπως με τον Στάνφορντ Σο, καθηγητή Τουρκικής Ιστορίας στο UCLA. Ηταν μια περίοδος που, όπως λέει ο Βρετανός Ρίτσαρντ Κλογκ στο βιβλίο του «Ο επίμονος ιστορικός» (εκδόσεις Παπαδόπουλος), μαινόταν σε ακαδημαϊκό επίπεδο «πόλεμος δι’ αντιπροσώπων» μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.

Ισως αυτό το θάρρος του Βρυώνη να μπορεί να λέει απερίφραστα τη γνώμη του να είναι ένα χαρακτηριστικό της κεφαλλονίτικης καταγωγής του. Αν και γεννημένος στο Μέμφις του Τενεσί το 1928, και οι δυο του γονείς ήταν Κεφαλονίτες, όπως και ο στενός τους κύκλος. Οπως έχει εξομολογηθεί ο ίδιος σε μια εξαιρετική συνέντευξη στην Αναστασία Λαμπρία («Το Βήμα») για τα κυριακάτικα τραπέζια της παιδικής του ηλικίας με τους Κεφαλλονίτες μετανάστες στην Αμερική: «Αλλοι είχαν ζήσει στην Αίγυπτο και ήξεραν αραβικά, άλλοι είχαν πολεμήσει στη Μικρασιατική Εκστρατεία, άλλοι στους Βαλκανικούς και άλλοι ανήκαν στους τσολιάδες που ο Βενιζέλος είχε στείλει για να βοηθήσει στη δήθεν κατάπνιξη του μπολσεβικισμού. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν σαν υπαρξιακό ζήτημα τα θέματα της παγκόσμιας ιστορίας». Ετσι γεννήθηκε το ενδιαφέρον του για το παρελθόν.

Στην ίδια συνέντευξη λέει πως βρήκε μέσα στα προικιά της μητέρας του ένα κασελάκι με ρωμαϊκά και βυζαντινά νομίσματα: «Ολα αυτά μαζί μού δημιούργησαν μια καλειδοσκοπική αντίληψη του κόσμου και του ελληνισμού, έμαθα τους εχθρούς, αλλά ποτέ αυτή η εικόνα δεν χρωματίστηκε από μίσος. Τον ελληνισμό δεν τον συζητούσαμε μόνο αλλά τον ζούσαμε». Πράγματι αυτήν την αίσθηση του ζώντος ελληνισμού την έφερε μέχρι την τελευταία του πνοή. Ταυτόχρονα όμως την εμπλούτιζε με ακαταπόνητη έρευνα και μελέτη. Πρέπει να είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις ιστορικών της γενιάς του που έμαθε πάνω από μισή ντουζίνα γλώσσες ώστε να είναι σε θέση να μελετήσει τις πρωταρχικές πηγές, λέει στην «Κ» ο μαθητής του Στέλιος Βασιλάκης, υπεύθυνος προγραμμάτων και στρατηγικών πρωτοβουλιών του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Χαρακτηρίζει τον Βρυώνη τον πλέον ευρυμαθή πανεπιστημιακό, μια κινητή βιβλιοθήκη, αφάνταστα ανοικτή και γενναιόδωρη σε όποιον ήθελε να προχωρήσει ακαδημαϊκά. Ταυτόχρονα παρέμενε εξαιρετικά λιτός, προσηνής και απλός στη συμπεριφορά.

Οι γονείς του τον έστειλαν εσωτερικό σε αυστηρό στρατιωτικό σχολείο του Τενεσί. Του έμειναν η σιδηρά πειθαρχία και η σωματική ρώμη που είχε καλλιεργήσει από μικρός με το μπάσκετ και το τένις. Παρότι ο αρχικός του σκοπός ήταν να σπουδάσει Νομικά, γρήγορα αντελήφθη πως αυτό που τον έλκυε ήταν τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά. Χάρη σε μια υποτροφία Fulbright ήρθε στην Αθήνα, στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών το 1950,  στην αρχή της μετεμφυλιακής περιόδου. Εκείνος μαγεύθηκε από τα αρχαία και τα βυζαντινά της μνημεία αλλά και από τον Τσιτσάνη, τον οποίο άκουσε να τραγουδά σε διάφορα μαγαζιά. Τότε πήρε την απόφαση να κάνει διδακτορικό με θέμα το Βυζάντιο.

Η κατάθεση του διδακτορικού στο Χάρβαρντ το 1956 ήταν η αρχή μιας λαμπρής καριέρας. Εργάστηκε σε διάφορα πανεπιστήμια στην Καλιφόρνια και στο Σικάγο, διορίστηκε διευθυντής του Κέντρου Guggenheim για Σπουδές Εγγύς Ανατολής και του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών «Αλέξανδρος Ωνάσης» στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Δικό του έργο ήταν από το 1985 και το Κέντρο για τη Μελέτη του Ελληνισμού «Speros Basil Vryonis» στο Σακραμέντο της Καλιφόρνιας με τη φιλοδοξία μιας συνολικής προσέγγισης από τον Ομηρο έως τις ημέρες μας. Φέρει το όνομα του γιου του, ο αδόκητος χαμός του οποίου πραγματικά τον λύγισε.

Ως σπουδαστής στο Χάρβαρντ το 1955, ο Βρυώνης είχε μια καθοριστική εμπειρία. Κατά τη διάρκεια της κρίσης των Σεπτεμβριανών, οι ειδήσεις από την Κωνσταντινούπολη έγιναν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των συμφοιτητών του στο περίφημο Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών Dumbarton Oaks. Ωστόσο, τόσο στο πανεπιστήμιο όσο και στα αμερικανικά και βρετανικά ΜΜΕ, η εγκληματική συμπεριφορά της Τουρκίας δεν αποτυπωνόταν με αντικειμενικότητα. Κράτησε τα αποκόμματα αυτά και πολλά χρόνια αργότερα, ύστερα από εξαντλητική έρευνα άγνωστων έως τότε πηγών έγραψε το πιο διάσημο ίσως από τα 30 βιβλία του, για το πογκρόμ της Πόλης.

Τόσο ο Βασιλάκης όσο και ο καθηγητής στο Haverford Αλέξανδρος Κιτροέφ, άλλος ένας από τους Ελληνες που διδάσκουν στις ΗΠΑ και τον ήξερε από τη νιότη του, ανακαλούν την ίδια τελευταία εικόνα του Βρυώνη: στο σπίτι του στην Καλιφόρνια, ελαφρώς κυρτός, με εκατοντάδες βιβλία γύρω του – σαν η γνώση να ήταν το τελευταίο του καταφύγιο. Και οι δύο πάντως θυμούνται πόσο τρυφερός ήταν με τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου και ηλικίας. «Κρατώ στη μνήμη τη χιονισμένη ημέρα που ο Βρυώνης έβγαλε το παλτό του και το φόρεσε σε έναν άστεγο στον δρόμο. Συνέχισε να περπατά σαν να μη συνέβαινε τίποτα», θυμάται ο Βασιλάκης.