ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διάλογος για τη Δικαιοσύνη

11g_thema_b05

Με την επίσημη προκήρυξη των εκλογών, που αναμένεται να γίνει και τυπικά σήμερα με τη θυροκόλληση του διατάγματος για τη διάλυση της Βουλής, μετράει αντίστροφα και ο χρόνος για την τύχη του Προεδρικού Διατάγματος που αφορά την επιλογή νέας ηγεσίας στη Δικαιοσύνη. Εως χθες το Προεδρικό Διάταγμα δεν είχε αποσταλεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας ενώ το θέμα, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν απασχόλησε τη συνάντηση που είχαν ο πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για τη διάλυση της Βουλής. Η κυβέρνηση, παρά τις επικρίσεις κορυφαίων συνταγματολόγων και νομικών για αντιθεσμικές πρακτικές και τις έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, προχώρησε στην τοποθέτηση νέας ηγεσίας της Δικαιοσύνης πριν λήξει η θητεία της απερχόμενης.

Ωστόσο, η απόφαση του υπουργικού συμβουλίου δεν μπορεί να υλοποιηθεί αν προηγουμένως δεν υπογράψει το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση με την επιλογή της να ορίσει «εδώ και τώρα» νέα ηγεσία στη Δικαιοσύνη, παρότι ο πρωθυπουργός είχε προαναγγείλει τη διενέργεια εθνικών εκλογών ήδη από το βράδυ της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωκάλπες στις 26 Μαΐου, ενέπλεξε στο όλο θέμα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο.

Σύμφωνα με την πρακτική που ακολούθησε σε μία ανάλογη περίπτωση το 2016, ο κ. Παυλόπουλος δεν πρόκειται να υπογράψει το διάταγμα πριν από τις 30 Ιουνίου. Τότε, η κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είχε αποφασίσει πρόωρα τον ορισμό της κ. Ξένης Δημητρίου ως εισαγγελέως του ανωτάτου δικαστηρίου πριν από τη λήξη της θητείας της κ. Ευτέρπης Κουτζαμάνη. Ο κ. Παυλόπουλος είχε υπογράψει το Προεδρικό Διάταγμα την 1η Ιουλίου, μία ημέρα δηλαδή μετά τη λήξη της θητείας. Μετά τις 30 Ιουνίου, γνώμονας της στάσης του Προέδρου της Δημοκρατίας θα είναι, όπως αναφέρουν όλες οι πληροφορίες, η πάγια πρακτική του της απόλυτης τήρησης της συνταγματικής νομιμότητας. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν αναμένεται να προχωρήσει σε υπογραφή του σχετικού διατάγματος λίγες ημέρες πριν από την αναμέτρηση των εθνικών εκλογών.

Η «Κ» συνεχίζει και σήμερα την αντιπαράθεση των απόψεων σχετικά με το τι πρέπει να πράξει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, φιλοξενώντας τις απόψεις του κ. Ακρίτα Καϊδατζή, επίκουρου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ και γενικού γραμματέα της κυβέρνησης και του κ. Σπύρου Βλαχόπουλου, καθηγητή Νομική Σχολής στο ΕΚΠΑ. Ο πρώτος υπερασπίζεται τις επιλογές της κυβέρνησης και υποστηρίζει ότι ο κ. Παυλόπουλος δεν διαθέτει άλλη επιλογή από το να υπογράψει το διάταγμα, σημειώνοντας ότι «ο Πρόεδρος είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος κατά τη λειτουργία του στις σχέσεις μεταξύ των πολιτειακών οργάνων. Δεν είναι ο ρυθμιστής των σχέσεων μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων». Ο κ. Βλαχόπουλος αντιτείνει ότι «η άσκηση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου περιλαμβάνει τον έλεγχο τήρησης όλων των συνταγματικών κανόνων, συμπεριλαμβανομένων και των συνθηκών του πολιτεύματος».

Δικαιούται ο Πρόεδρος να ματαιώσει την επιλογή;
ΑΚΡΙΤΑΣ ΚΑΪΔΑΤΖΗΣ

dialogos-gia-ti-dikaiosyni0

Σε άρθρο του στην «Καθημερινή» της 4.6.2019 ο καθηγητής Σπύρος Βλαχόπουλος διατύπωσε τη γνώμη ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει για το αν η κυβέρνηση μπορεί σε κατ’ ουσίαν προεκλογική περίοδο να επιλέξει την ηγεσία της Δικαιοσύνης. Για να στηρίξει το συμπέρασμά του, προβάλλει τρεις ισχυρισμούς. Φοβάμαι ότι κανείς δεν είναι πειστικός.

Ο πρώτος ισχυρισμός είναι ότι «αποτελεί συνθήκη του πολιτεύματος μια κυβέρνηση να μη λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις όταν επίκεινται εκλογές και να περιορίζεται στη διαχείριση των τρεχουσών και επειγουσών υποθέσεων». Ας παραβλέψουμε ότι όταν ελήφθη η απόφαση, εκλογές δεν είχαν ακόμα προκηρυχθεί. Και ότι, ακόμα και μετά την προκήρυξη, η κυβέρνηση δεν θα καταστεί υπηρεσιακή. Το 2012, υπουργός της υπηρεσιακής κυβέρνησης Πικραμμένου εξέδωσε μια κανονιστική απόφαση. Οταν αμφισβητήθηκε η εξουσία του να ασκεί κανονιστική εξουσία, το Συμβούλιο της Επικρατείας, επιβεβαιώνοντας παλαιότερη νομολογία, έκρινε ότι «από καμία συνταγματική ή νομοθετική διάταξη ή γενική αρχή του δικαίου δεν συνάγεται περιορισμός των αρμοδιοτήτων του υπηρεσιακού υπουργού» (ΣτΕ 311-315/2018). Κατά μείζονα λόγο, αυτό ισχύει για πολιτικές κυβερνήσεις, πολλώ δε μάλλον πριν καν προκηρυχθούν εκλογές. Αρα, για ποια συνθήκη του πολιτεύματος μιλάμε; Και, ειδικά όσον αφορά την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, πότε δόθηκε ευκαιρία να διαμορφωθεί τέτοια συνθήκη, αφού ουδέποτε μέχρι σήμερα συνέπεσε η επιλογή με την προαναγγελία εκλογών;

Ο δεύτερος ισχυρισμός είναι ότι ο νόμος Καστανίδη, που λέει ότι η διαδικασία επιλογής δεν επηρεάζεται από τυχόν διάλυση της Βουλής, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την παραπάνω συνθήκη του πολιτεύματος. Δηλαδή ότι ο νόμος δεν εννοεί ότι η επιλογή μπορεί να γίνει προεκλογικά, παρά μόνο από τη «νέα κυβέρνηση που προκύπτει μετά τις εκλογές», εάν «κρίνει αναγκαία την ταχεία λήξη της εκκρεμότητας». Ανεξαρτήτως του ότι ο υπουργός που εισηγήθηκε τον νόμο διατύπωσε αντίθετη άποψη για την ερμηνεία του, η προτεινόμενη ερμηνευτική εκδοχή καταλήγει ad absurdum: δεν επιτρέπεται να κάνει την επιλογή, πριν από τις εκλογές, κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, αλλά μπορεί να την κάνει αμέσως μετά κυβέρνηση που ακόμα δεν έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής!

Ο τρίτος ισχυρισμός είναι ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ελέγχει την τήρηση της παραπάνω συνθήκης του πολιτεύματος διότι είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος και ότι «στις ρυθμιστικές του αρμοδιότητες ανήκει η επίλυση των διαφωνιών μεταξύ των πολιτικών και πολιτειακών παραγόντων με στάθμιση όλων των κρίσιμων συνταγματικών παραμέτρων», προσοχή στη λέξη «πολιτικών». Ομως, οι ρυθμιστικές αρμοδιότητες του Προέδρου είναι συγκεκριμένες (προκήρυξη εκλογών, διάλυση και σύγκληση Βουλής κ.λπ.) και σε αυτές δεν περιλαμβάνεται ο διορισμός της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, που είναι αμιγώς διοικητική αρμοδιότητα και συντελείται με την έκδοση ατομικού, όχι ρυθμιστικού, διατάγματος. Ο Πρόεδρος ενεργεί ως ρυθμιστής μόνο κατά τη λειτουργία του πολιτεύματος, δηλαδή στις σχέσεις μεταξύ πολιτειακών οργάνων, Βουλής και Κυβέρνησης, και όχι για την επίλυση οποιασδήποτε πολιτικής διαφωνίας, όπως μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Ομως, εν προκειμένω δεν έχει προκύψει διαφωνία της κυβέρνησης με άλλον πολιτειακό θεσμό, για την επίλυση της οποίας θα μπορούσε να υποτεθεί ότι έχει αρμοδιότητα ο Πρόεδρος. Η αντιπαράθεση περιορίζεται μεταξύ πολιτικών δυνάμεων. Είναι ποτέ δυνατόν να παρέμβει ο Πρόεδρος σε μια τέτοια, πολιτική, αντιπαράθεση;

Είναι σεβαστή η άποψη, ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς, ότι η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση είναι αντισυνταγματική, με την έννοια ότι η κυβέρνηση έχει απολέσει την πολιτική νομιμοποίησή της – κάτι, πάντως, που συνιστά πολιτική εκτίμηση. Είναι επικίνδυνη η άποψη ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, κατά τον έλεγχο νομιμότητας –και μόνο– που ασκεί πριν εκδώσει το ατομικό διάταγμα διορισμού των επιλεγέντων, να ελέγξει αυτή την προβαλλόμενη αντισυνταγματικότητα, εμπλεκόμενος σε μια πολιτική αντιπαράθεση και προβαίνοντας σε μια πολιτική εκτίμηση – και όχι νομική κρίση. Και είναι επικίνδυνη διότι σηματοδοτεί μια διολίσθηση προς τον προεδρισμό. Το αν η κυβέρνηση έχει την πολιτική νομιμοποίηση να επιλέξει την ηγεσία της Δικαιοσύνης είναι ένα ζήτημα. Το αν ο Πρόεδρος δικαιούται να κρίνει αν κυβέρνηση έχει ή δεν έχει πολιτική νομιμοποίηση είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα. Ας μην ξεχνάμε: Ο Πρόεδρος είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος κατά τη λειτουργία του στις σχέσεις μεταξύ των πολιτειακών οργάνων. Δεν είναι ο ρυθμιστής των σχέσεων μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.

* Επίκ. καθηγητής συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ. Γενικός Γραμματέας της Κυβέρνησης.

Το Σύνταγμα και ο ρόλος του ΠτΔ
ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ*

dialogos-gia-ti-dikaiosyni1

Ο συνταγματικός λόγος «τροφοδοτείται» από την πολιτική πραγματικότητα. Ετσι, λοιπόν, η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης έδωσε αφορμή να προβληματιστούμε εκ νέου για τον ρόλο και τις αρμοδιότητες του ΠτΔ, αποτελεί δε ευτυχή συγκυρία που με τα κείμενά του ο καλός συνάδελφος Ακρίτας Καϊδατζής δίνει τη δυνατότητα για να διευκρινιστούν περαιτέρω οι διαφορετικές απόψεις και αναπτυχθεί ο επιστημονικός διάλογος.

Κατ’ αρχάς και όσον αφορά τις «συνθήκες του πολιτεύματος»: Οι κανόνες αυτοί του συνταγματικού δικαίου δημιουργούνται με πολλούς τρόπους, ακόμα και «διά παραλείψεως». Εξ όσων δε ενθυμούμαι, παραδοσιακά όλες οι κυβερνήσεις απέφευγαν να λάβουν αποφάσεις για σημαντικά ζητήματα όταν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα επρόκειτο να διεξαχθούν εκλογές και μετέθεταν τη λήψη τους στην επόμενη κυβέρνηση (εννοείται μετά την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης σε αυτήν). Το ότι στην προκείμενη περίπτωση τυπικά δεν είχαν ακόμη προκηρυχθεί εκλογές, δεν είναι σημαντικό. Ναι μεν «οι τύποι σώζουσι την ουσίαν» όπως έγραφε από πολύ παλιά ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Ν. Ι. Σαρίπολος, πλην όμως συνιστά μάλλον τυπολατρική προσέγγιση να στηριζόμαστε στη μη προκήρυξη εκλογών όταν είναι ήδη γνωστή ακόμη και η ημερομηνία διεξαγωγής τους. Υπήρξε, πάντως, μια περίπτωση που μοιάζει με τη σημερινή. Τον Αύγουστο του 1981 κενώθηκε η θέση του προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και η τότε κυβέρνηση Γεωργίου Ράλλη δεν επέλεξε νέο πρόεδρο ενόψει των επικείμενων εκλογών του Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

Η λογική αυτή, δηλαδή ότι τα μείζονα ζητήματα πρέπει να αποφασίζονται από κυβερνήσεις με «νωπή» τη λαϊκή εντολή, ενυπάρχει ως κατευθυντήρια αρχή και στο Σύνταγμά μας, όπως λ.χ. στο άρθρο 41 παρ. 2 που επιτρέπει την πρόωρη διάλυση της Βουλής «για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας». Εξάλλου, οι συνθήκες του πολιτεύματος εμφανίζουν μια σημαντική ιδιαιτερότητα: Αποτελούν κανόνες συνταγματικού δικαίου που θεωρούνται δεσμευτικοί από όλους τους πολιτειακούς παράγοντες, ωστόσο η τήρηση ή παραβίασή τους δεν ελέγχεται δικαστικά. Επομένως, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν μπορεί να αποτελέσει πειστικό επιχείρημα, ακριβώς επειδή οι συνθήκες του πολιτεύματος δεν ελέγχονται από τη δικαστική εξουσία.

Το βαθύτερο και ουσιαστικό ζήτημα που κρίνεται εντέλει στην παρούσα συγκυρία, είναι τι είδους ΠτΔ θέλουμε. Επιθυμούμε έναν Πρόεδρο πραγματικό ρυθμιστή του πολιτεύματος ή έναν Πρόεδρο που θα επιτελεί έναν διεκπεραιωτικό ρόλο «πολιτικού συμβολαιογράφου»; Η άσκηση δε των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ περιλαμβάνει τον έλεγχο τήρησης όλων των συνταγματικών κανόνων, συμπεριλαμβανομένων και των συνθηκών του πολιτεύματος. Εάν περιορίζαμε τις αρμοδιότητες του ΠτΔ μόνο στην επίλυση των διαφορών μεταξύ των πολιτειακών οργάνων, δηλαδή μεταξύ Βουλής και κυβέρνησης, θα του αφαιρούσαμε κάθε ουσιαστικό ρόλο, αφού όλοι γνωρίζουμε ότι στο σύγχρονο κοινοβουλευτικό σύστημα κυβέρνηση και κοινοβουλευτική πλειοψηφία συμπίπτουν στο πρόσωπο του κυρίαρχου πρωθυπουργού.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο, εξίσου σημαντικό ζήτημα: Μήπως πράγματι πρέπει να περιορίσουμε τον ρυθμιστικό και ελεγκτικό ρόλο του ΠτΔ για να μην εμπλακεί στη διαμάχη των πολιτικών δυνάμεων και στις πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι, κατά την άποψή μου, αρνητική. Οπως στο πρόσφατο παρελθόν το Συμβούλιο της Επικρατείας έταμε συνταγματικά ζητήματα που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής διαμάχης (βλ. τις αποφάσεις για τα μνημόνια, τα μισθολόγια των δημοσίων υπαλλήλων και τις τηλεοπτικές άδειες) γιατί αυτό επέβαλλε η συνταγματική αποστολή του, έτσι και ο ΠτΔ μπορεί να ασκήσει τις αρμοδιότητές του ανεξάρτητα από το εάν η οποιαδήποτε απόφασή του είναι πιο κοντά στη θέση της εκάστοτε κυβέρνησης ή της εκάστοτε αντιπολίτευσης.

Τελικά, το ζήτημα είναι θέμα «συνταγματικού πολιτισμού» και διαπαιδαγώγησης στη λειτουργία των συνταγματικών θεσμών. Ας μην ξεχνάμε, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζονται οι ιδιαιτερότητες που μπορεί να υπάρχουν στα διάφορα Συντάγματα, ότι την εποχή της οικονομικής κρίσης ο Πορτογάλος Πρόεδρος της Δημοκρατίας προσέφυγε (συντασσόμενος κατά τούτο με βουλευτές της αντιπολίτευσης) ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου για ορισμένα κεφάλαια του ψηφισμένου κρατικού προϋπολογισμού και, ακόμη πιο πρόσφατα, ότι ο Ιταλός ομόλογός του αρνήθηκε τον διορισμό συγκεκριμένου προσώπου ως υπουργού Οικονομικών. Συμπέρασμα: Το ότι οι αποφάσεις του ΠτΔ μπορεί να μην είναι αρεστές άλλοτε στην κυβέρνηση και άλλοτε στην αντιπολίτευση, δεν σημαίνει ότι ο Πρόεδρος δεν επιτρέπεται να ασκεί τις συνταγματικές του αρμοδιότητες.

* Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ.