ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μια Κυρία με ευγένεια καταγωγής

Μια Κυρία με ευγένεια καταγωγής

Ο χαρακτήρας είναι το πεπρωμένο μας. Αυτή η αόρατη δύναμη που τελικά μαγνητίζει τις καταστάσεις στη ζωή και μας καθοδηγεί σε ένα αυστηρά προδιαγεγραμμένο μονοπάτι. Δεν μπορούσα να μην το σκεφτώ αυτό όταν η ζωγράφος Μερόπη Πρέκα μού έλεγε για την αγαπημένη της φίλη Αμαλία Μεγαπάνου, η οποία «έφυγε» πριν από λίγες ημέρες σε ηλικία 91 ετών: «Ολοι οι Ελληνες τη γνώρισαν ως σύζυγο του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ομως εκείνη ήταν πρώτη κυρία από την ημέρα που γεννήθηκε. Ηταν η πετριά της. Δεν εννοώ καθόλου πως επιθυμούσε τα αξιώματα ή την προβολή, αλλά πως η λεπταισθησία ανέβλυζε από μέσα της, πηγαία και ανυπόκριτα. Η οικογένειά της και η ανατροφή της, ναι, έπαιξαν ρόλο. Η διακριτικότητα, η ακεραιότητα και η πνευματική συγκρότηση ήταν ολοδικά της στοιχεία».

Στην Ελλάδα δεν έχουμε αριστοκρατία γενεών, όπως οι Αγγλοι, οι Γάλλοι ή οι Ιταλοί. Δυσφορούμε με τους τίτλους τιμής, προτιμάμε την ισοπέδωση του φθόνου. Ομως αυτή η γυναίκα είχε τέτοια αρχοντιά, «που με την πρώτη ματιά, ακόμη και χωρίς να πει κουβέντα, το καταλάβαινες ενστικτωδώς. Είχε την ευγένεια της καταγωγής, αλλά και την ευγένεια της ιδιοσυγκρασίας», λέει ο Στέφανος Μάνος. «Οχι μόνο δεν πήρε η ίδια κάτι από τη λάμψη του Καραμανλή, αλλά του έδωσε τη δική της απλόχερα και γενναιόδωρα», συμπληρώνει. Ακόμη και μετά το διαζύγιό τους, πίστευε ακράδαντα στην ηγετική του στόφα και στην αποστολή του να μεταμορφώσει την πατρίδα μας.

Η επιστροφή στην Ελλάδα

mia-kyria-me-eygeneia-katagogis0
Το σπουδαιότερο βιβλίο της Αμαλίας Μεγαπάνου ήταν το «Πρόσωπα και άλλα κύρια ονόματα», που εξέδωσε το 2006.

Ο επιστήθιος φίλος της Στρατής Στρατήγης θυμάται και μια καταπληκτική ιστορία από τη νύχτα της επιστροφής του Καραμανλή στην Ελλάδα, που σηματοδότησε την αρχή της Μεταπολίτευσης. Ηταν τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου του 1974 και πλήθος ανθρώπων είχε συγκεντρωθεί στο Σύνταγμα για να πανηγυρίσει την πτώση της χούντας και την έλευση του πολιτικού από το Παρίσι, όπου είχε μείνει 11 χρόνια. «Το ζευγάρι είχε ήδη χωρίσει από το 1972 και αυτή είχε παντρευτεί τον Μεγαπάνο το 1973. Εκείνο το βράδυ ήμασταν μαζί. Η Αμαλία μιλούσε στο τηλέφωνο με τον εκδότη Τζώρτζη Αθανασιάδη κι εγώ με τον Κωνσταντίνο που βρισκόταν στο Λονδίνο. Περπατήσαμε από την Ηρώδου Αττικού ώς τη Βουλή. Ο συνωστισμός ήταν τέτοιος που δεν είχαμε πού να σταθούμε. Η Αμαλία άρχισε να μοιράζει στον κόσμο την έκδοση της “Βραδυνής” με τον πηχυαίο τίτλο “Ερχεται”. Κάποιοι σάστισαν και έλεγαν: “Η γυναίκα του Καραμανλή μοιράζει εφημερίδες!”. Αυτή χαμογελούσε. Δεν τον είδε τελικά από κοντά εκείνες τις πρώτες ώρες που είχε καταφτάσει στην Ελλάδα».

Τι τη συνέδεε με τον Καραμανλή, με τον οποίον υπήρξαν εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες; Η δωρικότητα και των δύο. Ενας οικείος της άνθρωπος που τους γνώρισε μας λέει: «Δεν είναι τυχαίο ότι υπήρξε σύζυγός του. Στάθηκε άξια στο πλευρό του, στις επιτυχίες αλλά και στις δυσκολίες. Τον συντρόφευσε όχι μόνον ανθρώπινα αλλά και πολιτικά, αφού εκείνος αποζητούσε και υπολόγιζε την άποψή της για τα δρώμενα. Χωρίς να παρεμβαίνει, ήταν δίπλα του, αρωγός και σύμμαχός του, “η μεγαλύτερη πολιτική του οπαδός”, ακόμη και μετά το διαζύγιο. Εζησε με ουσιαστικό τρόπο, γι’ αυτό και βάδισε προς το τέλος της αξιοπρεπής και έτοιμη. Οταν την παρότρυναν τα τελευταία χρόνια να βγει έξω, εκείνη απαντούσε “ό,τι ήταν να δω το είδα, ό,τι ήταν να ζήσω το έζησα, είμαι καλά στο σπίτι μου”».

Ετάφη στον οικογενειακό οίκο του παππού της και πρώην πρωθυπουργού Δημήτρη Γούναρη και των Κανελλόπουλων στο Α΄ Νεκροταφείο. Το όνομά της προσετέθη κάτω από τον θείο Παναγιώτη και τον πατέρα της Αναστάση Κανελλόπουλο. Η Αμαλία διέγραψε μια τροχιά πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που θα είχε ως θυγατέρα μιας τέτοιας οικογένειας. Αυτό είχε να κάνει με την προσωπικότητά της. «Ηταν αυστηρή, λιτή, δωρική, έλεγε ό,τι ήθελε χωρίς περιστροφές ή ασάφειες. Οι προτάσεις της είχαν υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο, δίχως επίθετα. Δεν χρησιμοποιούσε μεταφορές ή παρομοιώσεις. Ποτέ δεν έλεγε τη λέξη “ίσως” ή “πιθανώς”. Την ενδιέφερε η ουσία των ατόμων και καθόλου η οικονομική τους κατάσταση ή το οικογενειακό τους προέρχεσθαι. Αντιθέτως, εκτιμούσε τρομερά τους αξιοπρεπείς και τους φιλότιμους ανθρώπους, ανεξαρτήτως τάξεως. Επίσης, είχε έναν τρόπο να κόβει τον βήχα σε όποιον την πλησίαζε για περιττές κοινωνικότητες. Σεβόταν και στήριζε τους φίλους της μέχρι τελικής πτώσης», μου ομολόγησε κάποιος από το στενό της περιβάλλον που δεν θα ήθελε να γράψω το όνομά του. «Και γιατί να μην το γράψω;» ρώτησα. «Διότι και η Αμαλία έτσι θα έκανε», με αποστόμωσε.

mia-kyria-me-eygeneia-katagogis1
Δεξιά, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνοδεύει την Τζάκι και την Αμαλία στο Ηρώδειο το 1961.

Η Ιλεάνα Μακρή τη γνώριζε από τότε που ήταν παιδί και μάλιστα της είχε κάνει και μια συνέντευξη για το περιοδικό «Πρόσωπα», που κυκλοφόρησε το 1983. «Μου έχει μείνει μια φράση της: “Δεν ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο για να καλοπεράσουμε”. Για εκείνη αυτό ήταν στάση ζωής.

Ουδέποτε εξαργύρωσε ό,τι μπορούσε να έχει ως γόνος των Κανελλόπουλων ή σύζυγος του Καραμανλή. Η αξιοπρέπεια ήταν η μέγιστη αξία στη ζωή της. Και όταν δεν μπορούσε πλέον να σταθεί στο επίπεδο που η ίδια ήθελε, απομονώθηκε οικειοθελώς. Πάντα ήταν δύσκολο να τη διαπεράσει κανείς. Ομως στα δικά μου μάτια ήταν εμφανής η ανάγκη της για τρυφερότητα, την οποία έπνιγε ίσως διότι δεν την πήρε ποτέ από την οικογένειά της».

Η Μεγαπάνου –που έδειχνε καμιά φορά σκληρή– ήταν πολύ καλή με τα παιδιά όπως θυμάται η Παυλίνα Βοσινάκη, ο πατέρας της οποίας είχε στεφανώσει την Αμαλία και τον Καραμανλή. Διατηρούσε εξαιρετική σχέση με τα παιδιά του Νώντα Μεγαπάνου από τον πρώτο του γάμο και τα υποστήριξε εμπράκτως. Φρόντισε με πολλή αγάπη τη μητέρα του μαιευτήρα μέχρι τέλους, περισσότερο και από την ίδια της τη μάνα. Οταν κάποιος της ζητούσε βοήθεια, ακόμη και αν δεν ήταν φίλος της, θα έσπαγε το κεφάλι της για να του σταθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Είχε άλλωστε βαθιά θρησκευτική πίστη.