ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ανάλυση: Η καταγγελία ως υποκατάστατο της εμπιστοσύνης

Ανάλυση: Η καταγγελία ως υποκατάστατο της εμπιστοσύνης

Εξιστορώντας την δράση του στον Ιρλανδικό Ρεπουμπλικανικό Στρατό, ο Έιμον Κόλινς ανέφερε στο Killing Rage την δυσφορία του για την συχνότητα καταγγελιών που λάμβανε. Όπως γρήγορα συνειδητοποίησε, οι περισσότερες από αυτές δεν είχαν πολιτικά, αλλά προσωπικά κίνητρα. Περιστατικά καταγγελιών συνάντησε ο Αμερικανικός Στρατός μετά την εισβολή στο Ιράκ. Ο Τζορτζ Πάρκερ στο Assassin’sGate αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «εδώ ο ένας δίνει τον άλλον σα να μην υπάρχει αύριο», για να προσθέσει πως συχνά αυτές οι καταγγελίες γίνονται χωρίς πολλά στοιχεία. Oι καταγγελίες είναι τόσο συχνό φαινόμενο που μέχρι και ο Χίτλερ είχε παραπονεθεί το 1933 ότι «ζούμε σε μια θάλασσα καταγγελιών και ανθρώπινης κακίας». Τι συμβαίνει όμως όταν η καταγγελία έχει να κάνει με την τήρηση τον νόμων; Τι γίνεται, για παράδειγμα, όταν βλέπουμε κάποιον να μην τηρεί τους κανόνες κοινωνικής απόστασης εν μέσω πανδημίας; Προσπερνάμε; Προσπαθούμε να παρέμβουμε επί τόπου; Καλούμε την αστυνομία; Βγάζουμε φωτογραφία που μετά ανεβάζουμε στα κοινωνικά δίκτυα; Τι κάνουν οι Έλληνες σε μια τέτοια περίπτωση;

Σε μια χώρα όπου κανένας δεν εμπιστεύεται κανέναν,όταν απαιτείται συλλογική δράση για την αντιμετώπιση ενός κινδύνου, δύο είναι τα πιθανά ενδεχόμενα. Είτε ο κίνδυνος μετατρέπεται σε τραγική πραγματικότητα, είτε η πολιτική εξουσία επεμβαίνει δυναμικά με την επιβολή αυστηρών ποινών προκειμένου να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Στην Ελλάδα του κορωνοϊού έγινε –ευτυχώς– το δεύτερο. Στη χώρα με τον χαμηλότερο δείκτη κοινωνικής εμπιστοσύνης στην Ευρώπη, στη χώρα όπου οι περισσότεροι πολίτες δηλώνουν καχύποπτοι απέναντι στις προθέσεις των συμπολιτών τους, η λύση των προστίμων για παραβίαση της απαγόρευσης κυκλοφορίας κατά την περίοδο της καραντίνας των έξι εβδομάδων ήταν η μόνη λύση. Διαφορετικά, η έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών θα οδηγούσε με βεβαιότητα από πολύ νωρίς στο λεγόμενο φαινόμενο της «λαθρεπιβίβασης»: στην παρέκκλιση του καθενός από τους άτυπους κανόνες με τη σκέψη ότι οι υπόλοιποι θα τους τηρήσουν και ο «λαθρεπιβάτης» θα ωφεληθεί από τη συμμόρφωση των υπολοίπων χωρίς ποινή για τον ίδιο. Χωρίς πρόστιμα για τη μη τήρηση της καραντίνας στην Ελλάδα, θα γινόμασταν όλοι «λαθρεπιβάτες» για τον απλούστατο λόγο ότι δεν εμπιστευόμαστε τον αντικρινό μας. Και η διασπορά του ιού θα είχε χτυπήσει κόκκινο.

Η έκταση του φαινομένου της «λαθρεπιβίβασης» στη χώρα μας –από την κατασκευή αυθαίρετων κτισμάτων στο δάσος και τη ρίψη εργοστασιακών λημμάτων στη θάλασσα έως τις παρακάμψεις των λιστών αναμονής για χειρουργείο στο δημόσιο νοσοκομείο– έχει αναμφίβολα αυξήσει τον αριθμό των πάσης φύσεως καταγγελιών για παραβιάσεις των νόμων και των κανόνων. Το μέγεθος του κινδύνου για τη δημόσια υγεία που βίωσε η ελληνική κοινωνία τους περασμένους μήνες μοιάζει να προκάλεσε σημαντική αύξηση τόσο του εντοπισμού «λαθρεπιβατών», όσο και της δημόσιας καταδίκης της συμπεριφοράς τους. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας ‘People of Greece’ που διεξάγει η εταιρεία QEDκάθε χρόνο, οι δύο στους τρεις πολίτες εντόπισαν συμπολίτες τους που δεν τηρούσαν τα μέτρα της Πολιτείας για τη λειτουργία επιχειρήσεων, την απαγόρευση κυκλοφορίας και τη συνάθροιση κατά την περίοδο του lockdown, ενώ περίπου ένας στους τέσσεριςπολίτες προχώρησαν άμεσα σε λεκτική παρατήρηση προς τους παραβάτες ή σε δημοσιοποίηση του συμβάντος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι «κυνηγοί των λαθρεπιβατών» έχουν ωστόσο συγκεκριμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου και άτομα με υψηλό εισόδημα είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να δηλώσουν ότι αντιλήφθηκαν παραβάσεις των μέτρων για τον περιορισμό της διασποράς. Ιδιαιτέρως μεταξύ εκείνων που τοποθετούνται στην υψηλότερη κλίμακα εισοδήματος, το 50% απάντησαν ότι ήταν πολύ πιθανό να προχωρήσουν σε μια τέτοια καταγγελία ή ότι το έχουν ήδη κάνει, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό περιοριζόταν στο 25%-30% μεταξύ εκείνων που δηλώνουν ότι έχουν πάνω-κάτω το μέσο εισόδημα ή και κάτω από αυτό. Η υπόδειξη του «λαθρεπιβάτη» μοιάζει λοιπόν να συσχετίζεται με την υποκειμενική αίσθηση κοινωνικής ισχύος ή και αποτελεσματικότητας της παρέμβασης, κάτι που μαρτυρούν επίσης και τα μικρότερα ποσοστά καταγγέλλοντων μεταξύ των πολιτών μεγαλύτερης ηλικίας και χαμηλότερου εισοδήματος. Ο πολιτικός αυτοπροσδιορισμός των ερωτηθέντων μοιάζει να έχει μικρότερη αξία ως ερμηνευτικός παράγοντας, παρότι εκείνοι που τοποθετούνται στην αριστερά δήλωσαν σε μικρότερα ποσοστά (28%) ότι προχώρησαν σε επίπληξη ή σε δημόσια καταγγελία κάποιου παραβάτη σε σύγκριση με τους κεντρώους (45%) ή τους δεξιούς (35%). Η διαφορά αυτή ίσως είναι προϊόν του στιγματισμού της λογικής των καταγγελιών στον χώρο της αριστεράς, εξαιτίας της ιστορικής τους σύνδεσης με τον χαφιεδισμό.

Για κάποιους λοιπόν, η καταγγελία παραβατών από συμπολίτες τους είναι χαφιεδισμός. Για άλλους είναι συμπληρωματικός μηχανισμός εφαρμογής των νόμων και άρα μορφή ενίσχυσης της ισότητας σε μια δημοκρατία. Πολλές φορές οι μεν και οι δε αντιστρέφουν τη θέση τους σε συσχέτιση με την υπό συζήτηση παράβαση. Όσοι αρνήθηκαν να καταγγείλουν τους παραβάτες της καραντίνας ίσως δε θα αρνούνταν να καταγγείλουν ιδιοκτήτες πολυτελών εξοχικών στο δάσος. Και όσοι έσπευσαν να καταγγείλουν ανθρώπους που κυκλοφορούσαν τρεις-τρεις στην παραλία ίσως θα αρνούνταν να καταγγείλουν τους καταπατητές του δάσους. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η καταγγελία του διπλανού μας είναι το υποκατάστατο της πάλαι ποτέ κοινωνικής εμπιστοσύνης.

*Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. 

**Ο Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Φλωρεντίας.