ΚΟΙΝΩΝΙΑ

106.410 τηλεφωνικές κλήσεις στο «μάτι» της ΕΛ.ΑΣ.

106.410 τηλεφωνικές κλήσεις στο «μάτι» της ΕΛ.ΑΣ.

Πάνω από τρία χρόνια μεσολάβησαν από τη στιγμή κατά την οποία η ΕΥΠ υπέβαλε στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τον φάκελο για το κύκλωμα διαφθοράς στην αστυνομία, μέχρις ότου οι υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. ολοκληρώσουν την απομαγνητοφώνηση των καταγεγραμμένων συνομιλιών. Ενώ μάλιστα η απομαγνητοφώνηση είχε αρχικά ανατεθεί στην αρμόδια για θέματα διαφθοράς υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, τη διαδικασία διατάχθηκε να ολοκληρώσει η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η απομαγνητοφώνηση από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας των 106.410 τηλεφωνικών κλήσεων μεταξύ των υπόπτων ξεκίνησε στις αρχές του 2019 και ολοκληρώθηκε έναν και πλέον χρόνο αργότερα. Στη διαδικασία, λόγω ιδιαιτερότητας της υπόθεσης, κρίθηκε προτιμότερο να μετάσχει ένας ιδιαίτερα περιορισμένος αριθμός αστυνομικών της υπηρεσίας. Το σύνολο των απομαγνητοφωνήσεων υπεβλήθη στην Εισαγγελία Διαφθοράς που διενεργεί τη σχετική προκαταρκτική εξέταση στις αρχές Μαρτίου 2020.

Νωρίτερα, η επεξεργασία των 90 cd με τις συνομιλίες είχε ανατεθεί στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων, η οποία πάντως δεν ολοκλήρωσε τη διαδικασία λόγω του «μεγάλου αριθμού τηλεφωνικών επικοινωνιών». Ο επίμαχος φάκελος διαβιβάστηκε στους «Αδιάφθορους» τον Αύγουστο του 2018. Τρεις μήνες αργότερα και ενώ στο μεταξύ η Εισαγγελία Διαφθοράς πίεζε για την επιτάχυνση της διαδικασίας, τα στελέχη της διεύθυνσης σε  έγγραφό τους προς την εισαγγελία επεσήμαναν ότι «η απομαγνητοφώνηση του συνόλου των καταγεγραμμένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων προϋποθέτει την αποκλειστική απασχόληση μεγάλου μέρους του προσωπικού της υπηρεσίας για διάστημα 8 έως 10 μηνών, κάτι το οποίο δυσχεραίνει την εύρυθμη λειτουργία και γενικά την αποστολή της υπηρεσίας». Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της «Κ» αρμόδιοι αξιωματούχοι διευκρίνισαν ότι καμία από τις δύο υπηρεσίες δεν διετάχθη από την Εισαγγελία Διαφθοράς να κάνει συγκεκριμένες ανακριτικές ενέργειες.

Τελικά, η λήψη ανωμοτί καταθέσεων από τους 28 υπόπτους για εμπλοκή στην υπόθεση ανετέθη από την Εισαγγελία Διαφθοράς στην 18η πταισματοδίκη τον Μάιο του 2020, δύο μήνες μετά την υποβολή του συνόλου των καταγεγραμμένων συνομιλιών από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας.

Σε έγγραφό της προς την πταισματοδίκη η Εισαγγελία αναφέρει ότι τα μέλη του κυκλώματος προσέγγιζαν ιδιοκτήτες καταστημάτων με παράνομη δραστηριότητα για να τους εντάξουν στο πρόγραμμα «κάλυψης», όπως το αποκαλούσαν. Οι περισσότεροι συμφωνούσαν και συμμετείχαν. Οσοι αρνούνταν να συμμετάσχουν συλλαμβάνονταν. Τα χρήματα για έναν οίκο ανοχής ήταν πάνω από 1.000 ευρώ μηνιαίως και για τα παράνομα καζίνο το ποσό μπορούσε να φτάσει τις 5.000-7.000 ευρώ. Τον Μάρτιο του 2016, αστυνομικοί του τμήματος Ομονοίας έκαναν έφοδο σε οίκο ανοχής στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, η υπεύθυνη του οποίου δεν είχε καταβάλει στο κύκλωμα το τίμημα. «Καλά, τι γίνεται, δεν έδωσα τα λεφτά για την κάλυψη λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας του αδελφού μου και με πήρανε…, τι γίνεται τώρα;», έγραφε μήνυμα της ιδιοκτήτριας του studio σε πρόσωπο που ελέγχεται για συμμετοχή στο κύκλωμα…