ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αποψη: Εθνικό δίκτυο αριστείας για την ανάσχεση της απαξίωσης των ΑΕΙ

19f1b3d2eab-thumb-large--2

Φθινόπωρο 2008 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών: Πρωτοετείς φοιτητές του μεγαλύτερου πανεπιστημίου της Ελλάδας, ξεκινούν τις σπουδές τους με όνειρα για το μέλλον. Τα μέσα ενημέρωσης ανακοινώνουν ότι η «Αξιολόγηση της Σαγκάης» κατέταξε το πανεπιστήμιό τους ως ένα από τα 250 καλύτερα στον κόσμο. Πανεπιστήμιο Αθηνών, Φθινόπωρο 2020: Οι πρωτοετείς φοιτητές ετοιμάζονται να ξεκινήσουν τις σπουδές τους. Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης θριαμβολογούν ανακοινώνοντας ότι το πανεπιστήμιό τους κατετάγη στα 400 καλύτερα του κόσμου. Ο αρθρογράφος παραβλέπει την απώλεια 150 θέσεων του πανεπιστημίου Αθηνών μέσα σε 12 χρόνια.

Ανάλογη είναι η κατάσταση σε όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια που χάνουν έδαφος με σταθερό ρυθμό. Το 2020, για πρώτη φορά μετά αρκετά χρόνια, η Ελλάδα αριθμεί λιγότερα από 7 πανεπιστήμια στα 1.000 καλύτερα της «Αξιολόγησης της Σαγκάης». Αν και αυτοί οι μηχανισμοί αξιολογούν ορισμένες μόνο διαστάσεις της εκπαιδευτικής και ερευνητικής υπόστασης των πανεπιστημίων, η σταθερά καθοδική πορεία των ελληνικών πανεπιστημίων είναι ανησυχητική. Η υποχρηματοδότηση και η απουσία μακροχρόνιας διακομματικής εθνικής στρατηγικής για την παιδεία και την έρευνα είναι μερικές από τις αιτίες της υποβάθμισης αλλά όχι οι μόνες.

Την ίδια περίοδο που τα ελληνικά πανεπιστήμια χάνουν έδαφος στις κατατάξεις, ορισμένοι επιστήμονες της Ελλάδας βραβεύονται από διεθνείς οργανισμούς και διακρίνονται για την απήχηση του έργου τους και το μέγεθος της συνεισφοράς τους στην παγκόσμια γνώση. Νέοι απόφοιτοι ελληνικών πανεπιστημίων μεταβαίνουν στο εξωτερικό και αξιοποιούν τη γνώση που αποκόμισαν από τα ελληνικά πανεπιστήμια, προοδεύοντας σε ακαδημαϊκές θέσεις, στην έρευνα, στη βιομηχανία, στο επιχειρείν και στις Τέχνες.

Οι εν Ελλάδι ερευνητές, χάρη στο σπουδαίο έργο ορισμένων εξ αυτών, έχουν έναν από τους υψηλότερους δείκτες επιτυχίας στην εξασφάλιση διεθνών χρηματοδοτήσεων σε αναλογία με το ποσό που η Ελλάδα επενδύει στην έρευνα. Καταφέρνουν έτσι να κρατούν την Ελλάδα στην επιστημονική επιφάνεια κόντρα στο ρεύμα της πλειοψηφούσας μετριοκρατίας που την «τραβά» στον βυθό της επιστημονικής
ανυποληψίας.

Η πολιτεία έχει την ευθύνη να εγκαταλείψει τη συνήθη ψηφοθηρική πρακτική τήρησης πολιτικών και ακαδημαϊκών ισορροπιών αναδεικνύοντας και ενισχύοντας ουσιαστικά τη «μειοψηφία των αρίστων». Αλλωστε, ο επικείμενος περιορισμός διαθέσιμων πόρων λόγω της παγκόσμιας οικονομικής πίεσης από την COVID-19, καταδεικνύει ακόμα περισσότερο την ανάγκη στοχευμένης ενίσχυσης αυτών που μπορούν να λειτουργήσουν ως κινητήριος μοχλός για την επιβίωση και την ανασυγκρότηση της πανεπιστημιακής πραγματικότητας της Ελλάδας. Ετσι, οι επιτυχημένοι Ελληνες πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και ερευνητές θα συνεχίσουν να πρωταγωνιστούν σε διεθνές επίπεδο και θα μπορέσουν να διευρύνουν το δίκτυο αριστείας εντός της Ελλάδας.

Η συγκρότηση εθνικού διαπανεπιστημιακού δικτύου αριστείας στην εκπαίδευση και την έρευνα που θα τελεί υπό την αιγίδα ενός υπερκομματικού θεσμού και θα εξασφαλίζει σταθερή μακροχρόνια χρηματοδότηση στα μέλη του για έρευνα και διδασκαλία θα μπορούσε να είναι το πρώτο βήμα. Η αριστεία έχει μετρήσιμους δείκτες και η Ελλάδα διαθέτει εντός της χώρας και στο εξωτερικό ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας που μπορεί να συνδράμει στον σχεδιασμό και τη λειτουργία ενός τέτοιου δικτύου. Αυτό το δίκτυο θα αποτελέσει πόλο έλξης χρηματοδοτήσεων από φιλανθρώπους που επιθυμούν από φιλοπατρία να υποστηρίξουν τα ελληνικά πανεπιστήμια και επενδυτές που θα βοηθήσουν στην εμπορική αξιοποίηση προϊόντων έρευνας, και κατ’ επέκταση την αύξηση των εσόδων των πανεπιστημίων και τη μείωση έτσι την εξάρτησής τους από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Κάθε χρόνο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απονέμει τιμητικά βραβεία για ερευνητές και διδάσκοντες που επιτυγχάνουν υψηλές επιδόσεις στους δείκτες αριστείας. Ηρθε η ώρα και για την ελληνική πολιτεία να σταματήσει απλώς να μιλά για μια απροσδιόριστη αριστεία αλλά να αναδείξει και να υποστηρίξει εμπράκτως αυτούς που τη συνιστούν. Ετσι μπορεί να αναστραφεί η απαξίωση των ελληνικών πανεπιστημίων, η οποία κινδυνεύει να συμβεί αυτή τη δεκαετία.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Γ. Δροσάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στην Ιατρική Σχολή «Lewis Katz» του Πανεπιστημίου Temple στις ΗΠΑ.