ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μια ημέρα στην αθηναϊκή Τσάιναταουν

Οδός Αγησιλάου, Πέμπτη πρωί. Ιδεογράμματα στις κολόνες, φαναράκια στις βιτρίνες. Μια τηλεόραση στον δρόμο παίζει ειδήσεις στα κινέζικα. Ανθρωποι με σχιστά μάτια αγοράζουν από τους πάγκους φαγητό. Ενα πεζοδρόμιο πιο πέρα, ένα παιδί κάνει ένεση κι ένας τύπος πουλάει χαπάκια. Κανείς δεν τους κοιτάζει, μόνο εγώ.

Αν είσαι Ελληνας, πρέπει να έχεις καλό λόγο για να έρθεις εδώ. Τα ναρκωτικά είναι ένας λόγος. Ο δικός μου λόγος έχει να κάνει με αυτό που συνέβη τη Δευτέρα το βράδυ. Στις 2.16 τα ξημερώματα της Τρίτης, κάποιος πήρε τηλέφωνο την Πυροσβεστική. «Ελευθερίου Βενιζέλου και Κανάρη, Αιγάλεω». Είκοσι άνδρες, επτά αντλίες, δύο ώρες μάχη. Μέχρι εκείνο το βράδυ, το κτίριο της Ελ. Βενιζέλου ήταν ένα διώροφο κινέζικο πολυκατάστημα. Στις 4.15 που κατάφεραν να μπουν μέσα, οι πυροσβέστες βρήκαν έξι ανθρώπους καμένους. Οι δύο ήταν παιδιά.

Πληρώνουν φόρους

Κοιτάζω τα παιδιά στην Αγησιλάου. Ενα Κινεζάκι κλωτσάει ένα πουλόβερ δεμένο σαν μπάλα στην άσφαλτο, ένα κορίτσι παίζει με μια γυμνή κούκλα. Η Λι τα παρακολουθεί και τα δύο πίσω από τον πάγκο της. Μου λέει πως είναι δέκα χρόνια εδώ, πως την έφεραν σχεδόν παιδί οι δικοί της, πως τώρα είναι παντρεμένη κι αυτά είναι τα παιδιά της. Ο Λάο, ο άνδρας της, έχει δουλειά που πάει καλά. Το πουλόβερ που στο ελληνικό κατάστημα κάνει είκοσι ευρώ, στου Λάο κάνει ένα ή δύο. Η Λι λέει πως ο Λάο δίνει φόρους στο κράτος και πληρώνει νοίκι κανονικά. «Οταν ήρθε στη χώρα σας, ήξερε ακριβώς τι θέλει να κάνει», λέει η Λι περήφανη.

Δίπλα στους κάδους, ένα αγόρι καπνίζει καθισμένο στο χώμα. Στους τσίγκινους πάγκους μια κοπέλα πουλάει λάχανο βρασμένο σε πλαστικό μπολ. Κατεβάζει τα μάτια όταν την κοιτάζω, μου απαντάει κάτι σαν «νο, νο» και ντρέπεται να μου μιλήσει. Σηκώνω τα μάτια ψηλά: Αγησιλάου 43. Πολυκατάστημα – έξι όροφοι κινέζικα. Σαν το μαγαζί που κάηκε.

Τετάρτη πρωί, στο Αιγάλεω. Η πρόσοψη χάσκει μαύρη. Τέσσερα χρόνια δούλευαν οι δύο γονείς εδώ. Ο άνδρας απέναντί μου είναι Ελληνας και μένει «να, εκεί πέρα». Οταν τον ρωτάω, σφίγγει τα χείλια. «Κάθε μέρα τους έβλεπα». Κάθε μέρα, αλλά ούτε τα ονόματά τους δεν ξέρει να μου πει.

Η φωτιά, λένε οι πυροσβέστες, ξεκίνησε στις σκάλες πάνω από τον δεύτερο όροφο. Η οικογένεια, λένε οι γείτονες, κοιμόταν τα βράδια στον δεύτερο. Μαζί και οι δύο φιλοξενούμενοι. Εξι άνθρωποι να κοιμούνται σε μια θάλασσα από πλαστικά. Αν έχεις μπει έστω και μία φορά σε κατάστημα με κινέζικα, είναι δύσκολο να μη φανταστείς τι συνέβη μετά.

Κλείνουν

Ενα χρόνο πριν, δεν θα υπήρχαν άνθρωποι τη νύχτα σ’ αυτό το μαγαζί. Ενα χρόνο πριν, οι δουλειές πήγαιναν καλά, οι εργάτες είχαν λεφτά για νοίκι και τα παιδιά για χαρτζιλίκι. Αλλά ένα χρόνο πριν, δεν υπήρχε τέτοια κρίση.

Από τα καταστήματα γύρω από την Ομόνοια το 15% έχει ήδη κλείσει. Ετσι λέει ο Ρόμπιν Γουάνγκ, ο εκδότης της μόνης κινέζικης εφημερίδας στην Αθήνα. Τα έσοδα έχουν πέσει 30% – 50%. «Το στοκ θέλει έξι μήνες να τελειώσει», λέει ο Λάο. «Παλιά, σε ένα μήνα ξεπουλούσαμε». Τον ρωτάω αν βγαίνουν ποτέ τα βράδια με τη Λι. Με κοιτάζει με απορία. Λέει πως τα βράδια, άμα έρθουν φίλοι, μερικές φορές παίζουν πόκερ στο σπίτι. Είκοσι χιλιάδες Κινέζοι ζουν εδώ κι όμως, τα βράδια δεν βλέπεις έξω κανένα. Από το 1998 και μετά, οι πιο πολλοί ταξίδεψαν από μια επαρχία της Νοτιοανατολικής Κίνας, τη Γουέντσοου. Δεν ήρθαν για να μείνουν εδώ – ποιος θέλει να ζει στην Ευριπίδου ή στη Λυκούργου; Ηρθαν για να πάνε στην Ευρώπη, αλλά η Ευρώπη χρειάζεται βίζα. Κι έτσι… Με τους Αλγερινούς και τους Μαροκινούς «τα πάμε πολύ καλά», με τους Πακιστανούς «εντάξει», με τους Ελληνες «έτσι κι έτσι». Η Λι λέει πως δεν ξέρει κανέναν Ελληνα με τ’ όνομά του…

Οι καλές εποχές έχουν περάσει…

Ρωτάω τι γράφουν τα χαρτάκια που είναι κολλημένα στον τοίχο κι έχουν κινέζικα γράμματα από πάνω ώς κάτω. «Ζητείται βοηθός σε μαγαζί», μεταφράζει η Λι. «Ζητείται πωλητής για μαγαζί ρούχων», «Μηχανάκι μεταχειρισμένο πωλείται», «ζητώ ψυγείο σε καλή κατάσταση για κατάστημα». Ολα τα χαρτάκια είναι αγγελίες σε εφημερίδα τοίχου. «Αλλά όσες είναι για δουλειά είναι παλιές», μου εξηγεί η Λι.

Ακόμη και για την Τσάιναταουν της Αθήνας όπου οι τιμές είναι φθηνές, οι καλές εποχές έχουν περάσει. Μέχρι πέρυσι, αρκούσε να μιλάς κινέζικα και κάποιος θα σου έδινε μεροκάματο σ’ αυτή τη γειτονιά. Ηταν κι αυτός ένας λόγος που οι πιο πολλοί Κινέζοι πέρασαν μία ολόκληρη δεκαετία στην Ελλάδα και δεν έμαθαν ποτέ ελληνικά ούτε και ξέρουν αγγλικά. «Αλλά τώρα είναι αλλιώς. Τώρα δεν έχει δουλειά», λέει η Λι. «Τώρα όποιος έχει δουλειά δουλεύει και κοιμάται, ξυπνάει και δουλεύει».

Στην αθηναϊκή Τσάιναταουν δεν υπάρχουν ούτε κόκκινοι δράκοι ούτε ζωγραφιές ούτε κτίρια – γόνδολες ούτε τίποτε άλλο απ’ αυτά που κάνουν την κινέζικη κουλτούρα να μοιάζει με παραμύθι. Μόνο άνθρωποι που δουλεύουν όλη μέρα και κοιμούνται μόλις πέσει το φως, για να αντέξουν να δουλέψουν και την επόμενη μέρα. Οπως εκείνοι που κοιμήθηκαν τη Δευτέρα το βράδυ στο κατάστημα της Ελευθερίου Βενιζέλου, στο Αιγάλεω…