ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ποινές στα όρια της ατιμωρησίας

Πυκνώνουν, τελευταία, οι περιπτώσεις εκείνων, που ενώ διώκονται για σοβαρά αδικήματα ή και καταδικάζονται, εντούτοις δεν περνούν το κατώφλι των φυλακών, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα για την τήρηση της νομιμότητας και την εφαρμογή των νόμων. Πρόκειται για ένα θέμα τόσο σημαντικό, που απασχολεί πλέον όχι μόνο τους ειδικούς, αλλά και την κοινή γνώμη, που συχνά διερωτάται πώς είναι δυνατόν ποινές να επιβάλλονται αλλά να μην εκτελούνται.

Τι φταίει, όμως, για την ιδιότυπη αυτή ατιμωρησία; Η απάντηση, όπως τονίζουν στην «K» έμπειροι δικαστικοί, βρίσκεται στον ίδιο το νόμο! Η νομοθεσία που ισχύει και εφαρμόζεται υποχρεωτικά από τα δικαστήρια είναι εκείνη που προβλέπει και τις βαριές ποινές, αλλά και τη… μη εκτέλεσή τους. Ακόμα κι όταν πρόκειται για βαθμό κακουργήματος.

Η περίπτωση Ψωμιάδη

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ποινική μεταχείριση του Παύλου Ψωμιάδη, του άλλοτε πανίσχυρου προέδρου του ομίλου «Ασπίς Πρόνοια», που κατηγορείται για οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης εκατοντάδων επενδυτών και ασφαλισμένων. Ο κ. Ψωμιάδης, που κατηγορήθηκε για απάτη δεν ήταν δυνατόν να προφυλακιστεί.

Τo γιατί το εξηγούν εισαγγελικοί λειτουργοί, που δηλώνουν στην «Κ» ότι ο νόμος που ισχύει, ψηφίστηκε στο τέλος του 2010 και απαγορεύει ρητά την προσωρινή κράτηση για όσους διαπράττουν σοβαρά αδικήματα -κακουργήματα δηλαδή- τα οποία επισύρουν ποινές μέχρι και δέκα χρόνια κάθειρξη. Και η απάτη είναι ένα από αυτά. Στην περίπτωση του κ. Ψωμιάδη, οι δικαστικές αρχές, προκειμένου να μπορέσουν να προχωρήσουν στην προσωρινή του κράτηση, ξεπερνώντας την απαγόρευση του νόμου, επιστράτευσαν άλλες διατάξεις.

Η χρησιμότητα του νόμου για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, αποδείχθηκε, εν προκειμένω, «σωτήρια». Οι εισαγγελείς που χειρίστηκαν την υπόθεση Ψωμιάδη, με βάση τον νόμο για το ξέπλυμα που επιβάλλει ποινές πάνω από δέκα χρόνια κάθειρξη, τελικά επέβαλαν την προσωρινή κράτηση, παρακάμπτοντας τα νομικά εμπόδια για την προφυλάκισή του.

Το ξέπλυμα

Στον νόμο για το ξέπλυμα, άλλωστε, προσέφυγε η Δικαιοσύνη προκειμένου να μην παραμείνει ατιμώρητος και ακαταδίωκτος ο πρώην υπουργός Τάσος Μαντέλης μετά την ομολογία του στη Βουλή ότι πήρε 450.000 μάρκα από τα μαύρα ταμεία της Siemens. Ο Τάσος Μαντέλης θα πήγαινε κανονικά στο σπίτι του δίχως να εμπλακεί καν σε δικαστικές περιπέτειες, αφού και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών είχε «φροντίσει» να τον απαλλάξει από κάθε ευθύνη διά της παραγραφής. Ωστόσο, η εφαρμογή στην περίπτωσή του, του νόμου για το ξέπλυμα, άνοιξε την πόρτα της Δικαιοσύνης για τον πρώην υπουργό.

Αν όμως η «εφευρετικότητα» εισαγγελέων και δικαστών εξαντλείται σε περιπτώσεις που απασχολούν την επικαιρότητα και φωτίζονται από τον Τύπο, εκατοντάδες είναι οι περιπτώσεις κατηγορουμένων για βαριά εγκληματικότητα που δεν οδηγούνται στις φυλακές με βάση τον νόμο που ισχύει.

Το ίδιο συμβαίνει και με την πλειονότητα των καταδικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται καθημερινά από τα δικαστήρια. Ολες οι ποινές, αυτό προβλέπεται από τον νόμο, ώς τρία χρόνια φυλάκιση, υποχρεωτικά αναστέλλονται και μετατρέπονται σε χρηματικές. Μάλιστα με πρόσφατο νόμο, η εξαγορά τους προβλέπεται να γίνεται με 3 ευρώ την ημέρα και σε βάθος τριετίας. Αν μάλιστα οι καταδικασθέντες μέσα σε τρία χρόνια δεν εξοφλήσουν, μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο παράταση.

Γι’ αυτό και ο καθηγητής του Ποινικού Δικαίου κ. Ηλ. Αναγνωστόπουλος, σημειώνει, πως «όσο υψηλές είναι οι ποινές που απειλούνται -εξαιρετικά υψηλές σε σχέση με όσα ισχύουν στην υπόλοιπη Ευρώπη- τόσο μεγάλες είναι και οι εκπτώσεις στην έκτισή τους». Για να προσθέσει, με την απογοήτευση που σπάνια διακατέχει τους ειδικούς, «τελικά τίποτα δεν παίρνουμε στα σοβαρά…»