ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πούρα και ακριβά ρούχα ανήκουν στο παρελθόν

Πριν από τρία χρόνια, κανένα σύννεφο δεν σκίαζε τον ουρανό της ελληνικής οικονομίας. Οι Ελληνες κατανάλωναν χωρίς καμιά επίγνωση των πραγματικών αγοραστικών τους δυνατοτήτων, φορτώνοντας τις κάρτες και μεταφέροντας κάθε σκοτούρα αποπληρωμής στο αισιόδοξο μέλλον. Η εταιρεία ερευνών Nielsen σε διεθνή σφυγμομέτρηση που πραγματοποίησε τον Απρίλιο του 2008 αποτύπωνε ακριβώς αυτήν την εικόνα: Κατατάσσει τη χώρα μας στην πρώτη θέση παγκοσμίως στον πίνακα των καταναλωτών που αγοράζουν σινιέ μάρκες. Το 46% των ερωτηθέντων συμπατριωτών μας δήλωσε ότι αγοράζει επώνυμα πολυτελή προϊόντα (στον τομέα ένδυσης, υπόδυσης, αξεσουάρ, κοσμημάτων κ. λπ.), αφήνοντας πίσω χώρες που φημίζονται για την προτίμησή τους σε γνωστούς σχεδιαστές, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι Φιλιππίνες και η Ινδία.

Τα χρόνια της ευδαιμονίας, το ίματζ ήταν το παν στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, το 73% των Ελλήνων ερωτηθέντων απαντά ότι φίλοι και γνωστοί τους αγοράζουν επίσης πολυτελή προϊόντα. Ενας στους δύο Ελληνες υποστήριζε ότι παίρνει καινούργια ρούχα κάθε μήνα, πληρώνοντάς βέβαια με πλαστικό χρήμα. Η Nielsen καταγράφει ότι η επώνυμη μάρκα είχε αποκτήσει τέτοια σημασία για τον Ελληνα που πίστευε ότι ένα κατάστημα μπορεί να επιτύχει αν συμπεριλαμβάνει στο εμπόρευμά του ντιζάιν σχεδιαστές και προϊϊόντα. Ακόμα και το Χονγκ Κονγκ που κατέχει τα σκήπτρα στην Ασία δεν μπορούσε να μας φτάσει στην αναγνωρισιμότητα και τη δημοφιλία αντίστοιχων αγαθών. Οι τιμές τους μας φαίνονταν μάλλον φυσιολογικές και όχι υψηλές, καθώς στην ερώτηση: «Σας φαίνεται ότι το κόστος των προϊόντων αυτών είναι φουσκωμένο;», οι Ελληνες διαφωνούν, καθώς μόνο το 9% των ερωτηθέντων τα βρίσκει αλμυρά.

Οι σχεδιαστές με τη μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, σύμφωνα με την Nielsen, σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν με σειρά προτίμησης ο Calvin Klein, o Ralph Lauren, η Diesel, η Chanel, ο Dior, ο Gucci, η Donna Karan, ο Valentino, ο Yves Saint Laurent, ο Armani, η Burberry και η Luis Vuitton.

Οι ισχνές αγελάδες

Τι συμβαίνει όμως στη χώρα μας σήμερα, που η αγοραστική μας δύναμη έχει υποστεί βαρύτατο πλήγμα; Εξακολουθούν οι Ελληνες να διαθέτουν αξιόλογα ποσά για την αγορά επώνυμων ειδών; Αναζητήσαμε την απάντηση από επίσημα χείλη εταιρειών εισαγωγής, αλλά τα στοιχεία των πωλήσεων δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας παρά μόνο με τη μορφή ισολογισμού. Καταφύγαμε στο ρεπορτάζ σε ακριβά μαγαζιά του Κολωνακίου, όπου είτε οι πωλήτριες ήταν «δασκαλεμένες» είτε η ελληνική κοινωνία έχει ακόμα «λίπος», δηλαδή οικονομικό απόθεμα που επιτρέπει τέτοιες αγορές.

«Η πελατεία μας δεν έχει μειωθεί» ήταν η φράση που μας έλεγαν οι υπάλληλοι στις μπουτίκ της Πατριάρχου Ιωακείμ, στα πέριξ της πλατείας αλλά και στην οδό Βουκουρεστίου, προσθέτοντας: «Απλώς οι πελάτισσες αγοράζουν λιγότερα ρούχα ή παπούτσια. Αλλωστε, εμείς δουλεύουμε με συγκεκριμένο κύκλο ατόμων που πάντα θα ψωνίζουν» μας έλεγαν με νόημα. Μόνο στα μαγαζιά που είχαν προϊόντα τα οποία απευθύνονταν στον μέσο οβολό ακούσαμε παράπονα: «Η δουλειά έχει πέσει περίπου 30% και ό, τι λένε οι υπόλοιποι είναι ψέματα. Πιστεύουν ακόμα ότι με το να μην παραδέχονται ότι υπάρχει πτώση, κρατάνε ένα είδος πρεστίζ» μας είπε πωλήτρια σε μαγαζί ρούχων στην οδό Κανάρη.

Ο μόνος που τόλμησε να θέσει το ζήτημα στην πραγματική του ίσως διάσταση ήταν ένας ιδιοκτήτης καταστήματος πούρων, που άλλοτε έσφυζε από ζωή, με πελάτες να ρίχνουν αγκωνιές μπροστά στα Cohiba και τώρα μαράζωνε μόνος του στον πάγκο: «Τα πούρα και τα ακριβά ρούχα αγοράζονται με μαύρο χρήμα. Οταν αυτό εξαφανίζεται από την πιάτσα οι πωλήσεις πέφτουν κατακόρυφα. Εδώ που τα λέμε, δεν παράγουμε και τίποτα ως χώρα για να έχουμε αληθινό πλούτο και όχι λεφτά από ρεμούλες. Οπότε σήμερα με την κρίση, πούρα γιοκ!».