ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αποψη: O tempora, ω μισθοδικείο

Δεν ήταν μεγάλη έκπληξη η πρόσφατη απόφαση του λεγόμενου Μισθοδικείου, η οποία έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές των αποδοχών των δικαστών. Συνέχισε την παράδοση που θέλει τις αποδοχές των δικαστών να μην καθορίζονται νομοθετικά, αλλά να διαμορφώνονται με δικαστικές αποφάσεις. Η παγκόσμια πρωτοτυπία δημιουργήθηκε όταν αρχικά οι ίδιοι οι δικαστές και στη συνέχεια το ειδικό δικαστήριο που θεσπίσθηκε για να αποτρέψει -υποτίθεται- αυτήν την πρακτική ερμήνευσαν αυθαίρετα ότι το Σύνταγμα επιβάλλει να αμείβονται οι δικαστικοί λειτουργοί «ισότιμα» όχι μόνο με τα ανώτατα όργανα των λοιπών κρατικών εξουσιών, αλλά και με κάθε υπάλληλο ή εργαζόμενο στον δημόσιο τομέα. Από την ερμηνεία της «ισοτιμίας» ως ίσης αμοιβής πραγματοποίησαν το άλμα στη λεγόμενη επεκτατική ισότητα. Αυτή σήμαινε απονομή στους δικαστές οποιασδήποτε ευνοϊκής εισοδηματικής ρύθμισης υπήρχε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (από γιατρούς του ΕΣΥ και μηχανικούς της ΔΕΗ ώς τον πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων). Με δικαστικές αποφάσεις αναπροσάρμοσαν τις αποδοχές τους, με αποτέλεσμα να τις υπερδιπλασιάσουν σε σχέση με το καθοριζόμενο στον νόμο ποσό. Επειδή δε αυτές τις αυξήσεις τις απένειμαν και αναδρομικά, το αποτέλεσμα ήταν να λάβουν οι δικαστές συνολικά τόσο μεγάλα ποσά ώστε την τελευταία δεκαετία να καταστούν μακράν οι πλέον ευνοημένοι του δημόσιου τομέα.

Οποιοδήποτε οικονομικό αίτημα των δικαστών φτάνει στο Μισθοδικείο είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ικανοποιηθεί. Το συγκεκριμένο, όμως, αίτημα, να κριθούν δηλαδή αντισυνταγματικές οι τελευταίες περικοπές, παρουσίαζε δύο ιδιομορφίες. Η πρώτη, και νομικώς καταλυτική, ήταν ότι οι επίμαχες περικοπές έγιναν κατ’ εφαρμογήν του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Συγκεκριμένα, η απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Μαρτίου 2012 (2012/211/ΕΕ) ορίζει ότι: «Μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των «ειδικών μισθών» του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο. Αυτό θα ισχύει από την 1η Ιουλίου 2012…». Η απόφαση του Μισθοδικείου όχι μόνον αποσιωπά την ύπαρξη της παραπάνω νομοθετικής πράξης, η οποία έχει από τον Μάρτιο του 2012 άμεση ισχύ, αλλά δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις κάνοντας λόγο για αναδρομική μείωση των μισθών και ανασφάλεια επειδή ο σχετικός κατ’ εφαρμογήν ελληνικός νόμος εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2012 και μείωνε τις αποδοχές τους από τον Αύγουστο του 2012. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι το Μισθοδικείο, στον βαθμό που το αίτημα προσέκρουε ευθέως σε υποχρέωση επιβληθείσα με απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όφειλε ή να απορρίψει το αίτημα ή να θέσει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αποδεχόμενο το αίτημα, παραβίασε το ενωσιακό δίκαιο και εξέθεσε τη χώρα σε κίνδυνο βαρύτατων νομικών και οικονομικών κυρώσεων. Επομένως, άνευ ετέρου, η απόφαση του Μισθοδικείου είναι νομικά προβληματική.

Η δεύτερη ιδιομορφία ήταν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι δικαστές δεν ζητούσαν την εξομοίωση των αποδοχών τους με αυτές άλλων δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα. Αυτό έγινε με άλλη προσφυγή που αφορούσε το αφορολόγητο των βουλευτών και η οποία, φυσικά, χωρίς δυσκολία ευδοκίμησε. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ζητούσαν να κριθούν οι ίδιες οι περικοπές αντισυνταγματικές. Ομως, σε όλον τον δημόσιο τομέα έγιναν λόγω της κρίσης αλλεπάλληλες περικοπές μισθών και συντάξεων και τόσο το Συμβούλιο Επικρατείας όσο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκριναν ότι αυτές ήταν γενικά νόμιμες. Εκ των πραγμάτων, επομένως, ετίθετο το ζήτημα γιατί μόνον οι δικές τους περικοπές ήταν παράνομες.

Επ’ αυτού η απόφαση δεν περιέχει κανένα νομικό επιχείρημα. Παραθέτει λεπτομερειακά όλες τις περικοπές στις αποδοχές των δικαστών από την αρχή της κρίσης, περικοπές οι οποίες ίσχυσαν για όλους τους εργαζομένους στο Δημόσιο. Παραπονείται για την αδυναμία αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Καταλογίζει στον νομοθέτη ότι δεν εξέτασε «αν οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών εξακολουθούν και μετά τη θέσπιση της εν λόγω μειώσεως να είναι τουλάχιστον ίσες με τις αποδοχές των αντίστοιχων προς αυτούς οργάνων των άλλων δύο εξουσιών» (επομένως, αφού δεν το γνωρίζει, δεν τίθεται καν θέμα επεκτατικής ισότητας). Καταλογίζει στον νομοθέτη ότι δεν εξέτασε αν οι επιπτώσεις από τη μείωση στη λειτουργία της δικαιοσύνης θα είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το οικονομικό όφελος ή αν θα μπορούσε να λάβει άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Ολα αυτά είναι γενικές κουβέντες χωρίς νομικά επιχειρήματα.

Η μόνη σκέψη που υπάρχει είναι προκλητική και επιεικώς απαράδεκτη. Την μεταφέρω αυτούσια (με τα εξίσου απαράδεκτα ελληνικά της) και αφήνω τον αναγνώστη να την κρίνει:

«Και τούτο διότι η νέα αυτή μείωση, συνδυαζόμενη προς την αναστολή, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2011 έως 1.8.2012, της χορηγήσεως μισθολογικής προαγωγής […] και τις διάφορες φορολογικές επιβαρύνσεις (με την αύξηση φορολογικών συντελεστών, επιβολή νέων φόρων και εκτάκτων εισφορών, μείωση αφορολογήτου ορίου στον φόρο εισοδήματος κ.λπ.), οι οποίες επιβλήθηκαν στους φορολογουμένους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι δικαστικοί λειτουργοί, θα μπορούσε να δημιουργήσει σε αυτούς ανασφάλεια ως προς τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις φορολογικές και πάσης φύσεως οικονομικές υποχρεώσεις, ανειλημμένες πριν από την έναρξη της περικοπής των αποδοχών τους ή γεννηθείσες μεταγενεστέρως, και ανησυχία ως προς τις συνέπειες που τυχόν αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν στο κύρος αυτών των δικαστών και κατ’ επέκταση στο κύρος της ίδιας της δικαστικής λειτουργίας, λαμβανομένου υπόψη ότι, λόγω ακριβώς του λειτουργήματος που ασκούν, μη συνεπής εκ μέρους τους εκπλήρωση φορολογικών ή άλλης φύσεως οικονομικών υποχρεώσεων, εκτός από ποινικής, διοικητικής ή αστικής φύσεως συνέπειες, που μπορεί κατά νόμο να έχει, ενέχει ηθική απαξία, μεγαλύτερη δε από ό,τι έχει η μη εκπλήρωση τέτοιας φύσεως υποχρεώσεων από τους άλλους πολίτες, στους οποίους, άλλωστε, τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους δικαστικών λειτουργών μπορεί να εμπνεύσει ανησυχία ως προς την ικανότητά τους να ασκήσουν με ανεξαρτησία και αμεροληψία τα καθήκοντά τους».

Οσοι απορούν πώς είναι δυνατόν δικαστές να καταγράφουν παρόμοιες σκέψεις ας θυμηθούν την αντίδρασή τους στις πρώτες περικοπές. Παρά τη ρητή συνταγματική απαγόρευση κάθε μορφής απεργία, πραγματοποίησαν πολυήμερες στάσεις εργασίας -με πρωταγωνιστή, μάλιστα, τον σημερινό υπουργό Δικαιοσύνης- και απείλησαν απροκάλυπτα με λευκή απεργία. Δυστυχώς, όπως σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, ο συνδικαλισμός και η συντεχνιακή νοοτροπία επικρατούν και σκεπάζουν όσους δικαστές σκέφτονται διαφορετικά.

* Ο κ. Σταύρος Τσακυράκης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.