ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ενδείξεις ατιμωρησίας για το έγκλημα στο Μάτι

Ενδείξεις  ατιμωρησίας για το έγκλημα στο Μάτι

Η αποκάλυψη της «Κ» για τις μεθόδους συγκάλυψης στο Μάτι προκάλεσε οργή στην κοινή γνώμη. Η ανάγκη να αποδοθεί δικαιοσύνη ήταν ίσως πιο έντονη από ποτέ, καθώς πλέον είχαν έρθει στο φως όχι μόνο τα λάθη και οι παραλείψεις αλλά και η απίστευτα κυνική συμπεριφορά των άμεσα εμπλεκομένων σε αυτά. Δύο μήνες μετά, όμως, όλα δείχνουν πως τα κατηγορητήρια θα συνταχθούν σε βαθμό πλημμελήματος. Θα γίνει δηλαδή κάποια στιγμή η δίκη, αλλά στην πραγματικότητα χωρίς να διακυβεύεται τίποτα για τους κατηγορουμένους.

Το ιστορικό

Οταν στις 24 Ιουλίου, ο ανακριτής Αθανάσιος Μαρνέρης έστειλε αντίγραφα της δικογραφίας στην Εισαγγελία ζητώντας για δεύτερη φορά συμπληρωματική δίωξη, πρέπει να ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξος. Διευκρίνιζε στο έγγραφό του πως στο στάδιο στο οποίο βρισκόταν η υπόθεση δεν απαιτείτο «πλήρης δικανική πεποίθηση για τη στοιχειοθέτηση του δόλου παρά μόνο επαρκείς ενδείξεις». Σύμφωνα με την έρευνά του, όχι απλώς υπήρχαν ενδείξεις, αλλά τα νέα στοιχεία «δικαιολογούν πλήρως τη στοιχειοθέτηση κακουργήματος».

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», την πρώτη φορά που οι εισαγγελείς είχαν κρίνει αρνητικά το αίτημά του για συμπληρωματική δίωξη (Ιούνιος 2020) δεν είχαν καν πριν ζητήσει να εξετάσουν τη δικογραφία. Τώρα, όμως, είχαν θεωρητικά στη διάθεσή τους όλα τα νέα στοιχεία. Λίγες ημέρες πριν από τον Δεκαπενταύγουστο πήραν την απόφασή τους. Και ήταν και πάλι αρνητική.

Το παράδοξο βέβαια ήταν πως ο ανακριτής ενημερώθηκε όχι από την Εισαγγελία, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά από ένα… δημοσίευμα σε εφημερίδα. Ηταν η δεύτερη φορά που ενημερωνόταν για κάτι υπηρεσιακό και τόσο σημαντικό, με τόσο ανορθόδοξο τρόπο. Πριν ακριβώς από έναν χρόνο, τον Σεπτέμβριο του 2019, είχε διαβάσει τυχαία στο Διαδίκτυο πως ο ίδιος επρόκειτο να αντικατασταθεί. Τα δημοσιεύματα έκαναν τότε λόγο για αναβάθμιση της δικαστικής έρευνας, άφηναν υπονοούμενα πως καθυστερούσε και πως δεν ήταν αποτελεσματικός. Τότε, όπως και τώρα, ήταν σαφές πως κάποιοι ήθελαν να του στείλουν ένα μήνυμα.

Παραμονή Δεκαπενταύγουστου, δούλευε κανονικά στο γραφείο του, όταν παρέλαβε και επισήμως την απάντηση: «Φρονούμε ότι εξακολουθούν να μη συντρέχουν ενδείξεις για την άσκηση συμπληρωματικής ποινικής δίωξης», του έγραφαν.

Το έγγραφο 

Σύμφωνα με τους δύο εισαγγελείς, η διαφωνία τους με τον ανακριτή έγκειται σε μια δικονομική διαφορά. Βασιζόμενοι σε αυτήν και αφού απέρριψαν το αίτημά του, δεν το έστειλαν ποτέ στην Εισαγγελία Εφετών για να κρίνουν και εκεί την αίτηση, όπως προβλέπεται.

Πέρα όμως από αυτή την κίνηση, στο τετρασέλιδο έγγραφό τους υπάρχουν κάποια σημεία που προβληματίζουν. Συγκεκριμένα, έχουν υιοθετηθεί κάποιοι από τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων που εν τω μεταξύ έχουν καταρριφθεί στη δικογραφία. Οπως, για παράδειγμα, η υποτιθέμενη κινητοποίηση των Σινούκ. Οι εισαγγελείς σημειώνουν πως στις 17.00 ο πιλότος ήταν έτοιμος να απογειωθεί, βάσει της κατάθεσής του όμως αυτό σημαίνει πως η εντολή είχε δοθεί 30 λεπτά νωρίτερα – δηλαδή 10 λεπτά πριν καν ενημερωθεί το Συντονιστικό της Πυροσβεστικής για τη φωτιά! (Πράγματι, στη δικογραφία έχει πλέον αποδειχθεί από το επίσημο ημερολόγιο του ΓΕΕΘΑ πως το συγκεκριμένο Σινούκ επιχείρησε στις 18.10 και όχι στις 17.00 όπως ισχυρίστηκαν στην πρώτη του κατάθεση ο πιλότος και στη συνέχεια οι εισαγγελείς).

Επίσης, δεν αναφέρεται πουθενά στο έγγραφο η συνομιλία του τότε αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος Βασίλη Ματθαιόπουλου με τον πραγματογνώμονα Δημήτρη Λιότσιο, στην οποία είναι ξεκάθαρη η απόπειρα συγκάλυψης που ακολούθησε της τραγωδίας. Μπορεί αυτό το στοιχείο να μη συνδέεται άμεσα με την υπόθεση που εξετάζει ο ανακριτής, αν μη τι άλλο, όμως, δείχνει καθαρά τον τρόπο σκέψης μόλις δύο μήνες μετά την τραγωδία.

Στη δικογραφία, άλλωστε, υπάρχουν νέα στοιχεία που επιβεβαιώνουν πως το αμέσως επόμενο διάστημα μετά τη φωτιά, κάποιοι προέβησαν σε συγκεκριμένες ενέργειες προκειμένου να κρύψουν τις ευθύνες – όπως όταν στα ημερολόγια του αεροδρομίου κάποιος έγραψε πως έγιναν πτήσεις και ρίψεις (37 στον αριθμό) στο Μάτι, που όμως δεν έγιναν ποτέ. Υπάλληλοι που είχαν την αποκλειστική ευθύνη να κρατάνε το ημερολόγιο το μοιραίο απόγευμα, κατέθεσαν πως δεν αναγνωρίζουν τα γράμματά τους στις επίμαχες καταχωρίσεις. Κάποιος άλλος εκ των υστέρων τις είχε προσθέσει.

Τα επόμενα στάδια

Το επόμενο διάστημα θα κληθούν οι κατηγορούμενοι για ανάκριση και όταν περαιωθεί η δικογραφία ο ανακριτής θα διαβιβάσει στη Βουλή το πόρισμά του για τυχόν ευθύνες υπουργών. Παράλληλα, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η δικονομική διαφωνία που υπάρχει μεταξύ εισαγγελέων και ανακριτή μπορεί να αρθεί από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Η έκβαση αυτής της διαδικασίας θα κρίνει εάν τελικά μπορεί να γίνει συμπληρωματική δίωξη.

Κανείς στην Πυροσβεστική δεν έχει ζητήσει τα ευρήματα του πραγματογνώμονα Δημήτρη Λιότσιου (φωτ.) για το τι πήγε τόσο λάθος.

endeixeis-atimorisias-gia-to-egklima-sto-mati0
Κανείς στην Πυροσβεστική δεν έχει ζητήσει τα ευρήματα του πραγματογνώμονα Δημήτρη Λιότσιου (φωτ.) για το τι πήγε τόσο λάθος.

«Τιμωρούν» τον πραγματογνώμονα

Πέρα από την απόδοση δικαιοσύνης, υπάρχει και ένα άλλο, εξίσου σημαντικό θέμα. Πως εάν δεν υπάρξουν σοβαρές αλλαγές στις υπηρεσίες που αφορούν την ασφάλεια και τη ζωή των πολιτών, στην επόμενη αντίστοιχη κρίση τα ίδια λάθη θα επαναληφθούν. Η ιστορία του πραγματογνώμονα Δημήτρη Λιότσιου δείχνει πως κανείς στην Πυροσβεστική δεν έχει την πρόθεση να αναζητήσει και να διορθώσει τα όσα δεν λειτουργούν, αφού δεν του έχουν καν ζητήσει να μοιραστεί τα ευρήματά του για το τι πήγε τόσο λάθος.

Οταν πριν από δύο χρόνια ο Δ. Λιότσιος κλήθηκε να ερευνήσει σε βάθος την υπόθεση, το έκανε δίχως να αναλογιστεί το κόστος. Από την πρώτη στιγμή ήξερε πως οι ισορροπίες θα ήταν λεπτές, αλλά δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί το τι θα επακολουθούσε. Πέρα από διάφορα εμπόδια και πιέσεις που είχε δεχθεί, ο τότε αρχηγός Βασίλης Ματθαιόπουλος τον απείλησε και τον εκβίασε ευθέως, ζητώντας του ουσιαστικά να θάψει στοιχεία και όλα αυτά, ισχυριζόμενος πως έπραττε με εντολή της τότε πολιτικής ηγεσίας.

Παρ’ όλα αυτά, ο Λιότσιος παρέδωσε το πόρισμα που έχει ετοιμάσει στον εισαγγελέα χωρίς τότε να αναφερθεί στις συγκεκριμένες απειλές που έχει ηχογραφήσει. Αποφάσισε να το κάνει, μετά δύο χρόνια. Το αποτέλεσμα; Μάλλον επιβεβαιώνει τις απειλές του Ματθαιόπουλου – πως εάν δεν υπέκυπτε στις πιέσεις θα έμπλεκε σε ένα δικαστικό κυκεώνα: «Αυτή η υπόθεση δεν κλείνει. Θα κλείσει σε έξι-επτά χρόνια, κάθε μέρα θα πηγαίνεις το πρωί στο δικαστήριο και μετά στην υπηρεσία. (…) Και θα σε παίρνει ο δικηγόρος του Τερζούδη (ο πρώην αρχηγός του Σώματος), μετά θα σε παίρνει ο δικηγόρος του Ματθαιόπουλου και θα στο κάνει το κ… τόσο», του είχε πει.

Σήμερα, πέρα από τα δικαστήρια (τουλάχιστον τρία) στα οποία θα κληθεί ως μάρτυρας, έχει να αντιμετωπίσει τουλάχιστον μία μήνυση (από την Ολγα Γεροβασίλη) αλλά και διάφορα εμπόδια στο Πυροσβεστικό Σώμα, στο οποίο ακόμη υπηρετεί. Μεταξύ άλλων, του αρνούνται την άδεια ασκήσεως ιδιωτικού επαγγέλματος, την οποία βάσει νόμου δικαιούται και πολλοί συνάδελφοί του την παίρνουν χωρίς κάποια δυσκολία.

Τουλάχιστον, πριν από λίγους μήνες έμαθε ανεπίσημα αλλά από αρμόδιο υπάλληλο του υπουργείου Δικαιοσύνης πως έχει υπολογιστεί το ποσό το οποίο θα λάβει από το ελληνικό κράτος για να καλύψει τα έξοδά του σε σχέση με την πραγματογνωμοσύνη για το Μάτι: τα οδοιπορικά, τις εκατοντάδες φωτοτυπίες που χρειάστηκε να πληρώσει ο ίδιος για να μελετήσει τα στοιχεία και γενικότερα την ερευνητική δουλειά μηνών για να ολοκληρώσει το πόρισμα 185 σελίδων. Το ποσό που του είπαν πως θα λάβει; 150 ευρώ.