ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Χαϊδεύοντας τη μαρμάρινη λήκυθο στο Εθνικό Αρχαιολογικό…

Χαϊδεύοντας τη μαρμάρινη λήκυθο στο Εθνικό Αρχαιολογικό…

«One? ». Η κυρία στο ταμείο θεωρεί αυτονόητο πως είμαι ξένη. «Ναι, ένα εισιτήριο» της λέω, και εκπλήσσεται. Φως – φανάρι: στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, δεν πρέπει να έρχονται και πολλοί Ελληνες. Καθώς σκανάρω το εισιτήριo, ένα «μπιπ!» ακούγεται και η κυρία της εισόδου μου λέει ευγενικά «περάστε». Κανείς όμως δεν μου ζητά να αφήσω στην είσοδο την τσάντα μου. Ενστικτωδώς σκέφτομαι πως έχω έναν ελβετικό σουγιά στις μπροστινές τσέπες. Κοιτάζω γύρω. Ανιχνευτής μετάλλων δεν υπάρχει. Ούτε και υπάρχει κάποιος σεκιούριτι, να ψάξει το εσωτερικό της τσάντας πριν μπω στο μουσείο. Τουλάχιστον υπάρχουν οι δύο κάμερες στο ταβάνι, που με παρακολουθούν ενώ μπαίνω στην πρώτη αίθουσα. Και δεν είναι οι μόνες.

Στην απέναντι πόρτα, η γυναίκα που φυλάσσει τον χώρο ανησυχεί όταν ανοίγω την τσάντα. Οσο ψάχνω, τη βλέπω με την άκρη του ματιού μου να με παρακολουθεί. Με το που βγάζω σημειωματάριο και μολύβι, ηρεμεί και ξανακάθεται στη θέση της. Και κάπου εκεί, τελειώνουν τα μέτρα ασφαλείας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως το χάλκινο άγαλμα του Δία που εκτοξεύει τον κεραυνό, π.χ., το οποίο έχει ένα γυάλινο τοιχάκι γύρω του, όλα τα εκθέματα μπορείς όχι μόνο να τα πλησιάσεις, αλλά και να τα αγγίξεις πριν προλάβει οποιοσδήποτε να σε σταματήσει. Μόνο τα πολύ μικρά χάλκινα αγαλματίδια είναι σε προθήκες κρυστάλλινες. Τα μεγαλύτερα αγάλματα, το μόνο που τα προστατεύει απ’ την κλοπή, είναι ο όγκος τους. Ο οποίος, βέβαια, δε μπορεί να εμποδίσει τους υπερβολικά ενθουσιώδεις επισκέπτες να αποκτήσουν… παράνομη σχέση μαζί τους.

Κι έτσι, μπαίνω στην αίθουσα 16, όπου οι τρεις φύλακες απ’ τους γύρω χώρους έχουν κάνει «πηγαδάκι». Στην απέναντι πλευρά της αίθουσας, τρεις γυναίκες με μαντίλες χαϊδεύουν εναλλάξ μια επιτύμβια λήκυθο από μάρμαρο – τους κάνει μεγάλη εντύπωση πόσο λεία είναι η επιφάνειά της. Και οι φύλακες συνεχίζουν να συζητούν γερμένοι στην πόρτα, απ’ την οποία οι τρεις «παράνομες» κυρίες ούτε καν φαίνονται.

Σε ειδικές προθήκες

Δεν χρειάζεται και πολλή φαντασία για να καταλάβεις πώς θα έπρεπε να ήταν κανονικά τα πράγματα στο μουσείο. Αρκεί να κάνεις τον κόπο να επισκεφθείς την έκθεση με τα αντικείμενα απ’ το ναυάγιο των Αντικυθήρων, μερικές αίθουσες πιο πέρα. Σα να μπήκες σε άλλο μουσείο, τα εκθέματα εδώ είναι σε ειδικές προθήκες και παντού υπάρχουν φύλακες. Στην πρώτη αίθουσα, όταν πλησιάζεις… υπερβολικά τον «Εφηβο των Αντικυθήρων», νιώθεις πίσω σου τον φρουρό έτοιμο να παρέμβει. Αλλά βέβαια, όσο καλά και να οργανωθεί το σύστημα, υπάρχει πάντα και ο αστάθμητος παράγοντας: μπροστά στον «Μηχανισμό των Αντικυθήρων», προσπαθώ να διαβάσω πώς ανέσυραν τη συσκευή απ’ τον βυθό οι δύτες, αλλά είναι αδύνατον να συγκεντρωθώ. Πίσω μου, δύο φύλακες της αίθουσας έχουν πιάσει κουβέντα, για «τα 30 ευρώ που παίρνουμε» και για τα «παραπάνω άτομα που χρειάζονται». Και καθώς καταγγέλλουν «το σύστημα» μοιάζουν εξαιρετικά βέβαιοι πως εκείνοι κάνουν τέλεια τη δουλειά τους.

Αλλά πάλι, εδώ τουλάχιστον υπάρχουν φύλακες. Ενώ μια μέρα αργότερα, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Παλαιάς Βουλής, διαπιστώνω πως το είδος τείνει προς εξαφάνιση. Στις προθήκες με ασημένια νομίσματα, κοιτάζω γύρω – γύρω, αλλά ούτε φύλακα ούτε κάμερα βλέπω πουθενά. Οσο αλλόκοτο κι αν ακούγεται, στις προθήκες μόνο το ξύλο πάχους μερικών χιλιοστών προστατεύει αντικείμενα όπως το δακτυλίδι του Κολοκοτρώνη, τη σφραγίδα του Α. Υψηλάντη, το ρολόι του Καποδίστρια, το δίκοχο του Ε. Βενιζέλου, και τόσα άλλα. Φυσικά, υπάρχουν και χειρότερα: Τα προσωπικά αντικείμενα του Αδ. Κοραή, το πορτοφόλι και το σημειωματάριό του, τα φυλάει μονάχα η αρχαία κλειδαριά της μικρής βιτρίνας του ίδιου του Κοραή!

Και στο γραφείο του Χαρίλαου Τρικούπη, τα δικά του προσωπικά αντικείμενα είναι απλώς ακουμπισμένα επάνω στο ξύλο: μπορείς να αγγίξεις τα κηροπήγια, ή να ανοίξεις το μελανοδοχείο. Αλλά πάλι, δεν έχεις λόγο να κλέψεις τίποτε απ’ όλα αυτά. Γιατί μπορείς απλώς να πάρεις ένα κάδρο μεγάλης αξίας, να το βάλεις στην τσάντα σου και να εξαφανιστείς.

Ο «Ορκος του Φιλικού», ας πούμε, με τη μύηση του Κολοκοτρώνη στη Φιλική Εταιρεία, δεν έχει ούτε 40 πόντους πλάτος, και είναι κρεμασμένος στο ύψος των χεριών μου. Κι έτσι, ανταγωνίζεται την προσωπογραφία του Δ. Σολωμού για τον τίτλο του… πιο ελκυστικού υποψήφιου κλοπιμαίου. Η προσωπογραφία, βλέπετε, κρέμεται σ’ έναν αφύλακτο διάδρομο, και καθώς χωράει σε κάθε σακίδιο, είναι μάλλον παράξενο που βρίσκεται ακόμα σ’ αυτόν τον τοίχο.

Γιατί όσο κι αν τριγυρνώ στις αίθουσες, δεν συναντώ πουθενά κανένα φύλακα. Μόνο στην έξοδο υπάρχουν πέντε υπάλληλοι που συζητούν, τρεις στο ταμείο και άλλοι δύο στην πόρτα. Καθώς κάνω σλάλομ ανάμεσά τους για να βγω ξανά στον ήλιο της Αθήνας, κανείς τους δεν ενδιαφέρεται να ρίξει έστω μια ματιά στην τσάντα μου. Που θα πει πως με ελάχιστο ρίσκο, τώρα που γράφω αυτές τις αράδες, θα μπορούσα να έχω τον Διονύσιο Σολωμό να με κοιτάζει απ’ το κάδρο απέναντί μου…