ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το δημοτολόγιο δεν «βλέπει» ληξιαρχείο

Το δημοτολόγιο δεν «βλέπει» ληξιαρχείο

Πόσες φορές έχει χρειαστεί να περιμένετε ημέρες ή εβδομάδες για να διακινηθεί «εσωτερικώς» ένα πιστοποιητικό από μία υπηρεσία σε άλλη; Πόσες φορές ανεβοκατεβήκατε σκάλες, χτυπήσατε πόρτες, ζητήσατε τον προϊστάμενο ή σας έστειλαν σε μια άλλη υπηρεσία να αναζητήσετε ένα ακόμα πιστοποιητικό; Στην ψηφιακή εποχή, δημόσιες υπηρεσίες στην Ελλάδα συνεννοούνται ακόμη ανταλλάσσοντας χαρτιά.

Τον Μάιο του 2013 «τελείωσε» το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Εθνικού Δημοτολογίου (ΟΠΣΕΔ) και τον Σεπτέμβριο του 2013 είχαν ενταχθεί σε αυτό όλοι οι δήμοι της χώρας, εκτός Μετσόβου. Ο Δήμος Μετσόβου δεν έχει καταφέρει ακόμη να συνδεθεί με το Εθνικό Δημοτολόγιο λόγω προβλήματος του πληροφοριακού του συστήματος. Το ΟΠΣΕΔ περιέχει όλες τις πληροφορίες για την κατάσταση κάθε πολίτη (ονοματεπώνυμο, γενεαλογικό δέντρο, οικογενειακή κατάσταση) και η βάση δεδομένων βρίσκεται στο υπουργείο Εσωτερικών. Δύο κομπιούτερ πιο κει, επίσης στο ίδιο υπουργείο, υπάρχει το Εθνικό Ληξιαρχείο που περιέχει όλες τις πληροφορίες και τις αλλαγές για τις γεννήσεις, τους θανάτους, τους γάμους και τα διαζύγια των πολιτών. Ωστόσο, τα δύο συστήματα δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν πληροφορίες ψηφιακά γιατί δεν υπάρχει η… νομοθεσία που να το επιτρέπει και κατά συνέπεια δεν έχει φτιαχτεί η αναγκαία πλατφόρμα επικοινωνίας. Επιπλέον, οι πληροφορίες του κεντρικού συστήματος είναι απροσπέλαστες και για τους υπόλοιπους φορείς του Δημοσίου (ασφαλιστικά ταμεία, σχολεία, πανεπιστήμια κ.λπ.) που τις χρειάζονται και θα μπορούσαν να τις αντλήσουν με ένα, άντε με δέκα κλικ –εφόσον είχαν πρόσβαση. Ετσι οι πολίτες καλούνται να μεταφέρουν από τον ένα φορέα στον άλλον πιστοποιητικά, περιμένοντας στις ουρές. Αντίστοιχα, η δημόσια διοίκηση σπαταλά χιλιάδες εργατοώρες αναζητώντας χαρτιά που κρύβονται ή εξαφανίζονται κάτω από σωρούς ντοσιέ.

Ο παραλογισμός του συστήματος αναδεικνύεται αν σκεφτούμε τη διαδικασία που ακολουθείται κάθε φορά που μια δημόσια υπηρεσία ζητάει ένα πιστοποιητικό γέννησης. Εμείς πηγαίνουμε στον δήμο ζητώντας να μας τυπώσει ένα έγγραφο το οποίο στη συνέχεια θα μεταφέρουμε σε μια άλλη υπηρεσία, όπου ένας άλλος υπάλληλος θα περάσει τα στοιχεία που αναγράφονται από το χαρτί στο δικό του ψηφιακό σύστημα. Επιπλέον, εφόσον οι δύο βάσεις δεδομένων δεν διασταυρώνονται, τα λάθη δύσκολα εντοπίζονται. Και από υπηρεσία σε υπηρεσία όμως, εφόσον τα δεδομένα καταγράφονται σε χαρτιά, αν το χαρτί δεν καταλήξει στον κατάλληλο χειριστή, η πληροφορία απλώς δεν καταγράφεται, με τις γνωστές συνέπειες: Συντάξεις που λαμβάνουν άνθρωποι που έχουν αποβιώσει, επιδόματα που καταβάλλονται παράτυπα κ.λπ. Για να επικοινωνήσουν το Δημοτολόγιο με το Ληξιαρχείο και οι βάσεις δεδομένων των διάφορων δημόσιων οργανισμών χρειάζεται, σύμφωνα με τον διευθυντή του τμήματος μηχανογράφησης του υπουργείου Εσωτερικών Στρατή Μαραγκό, «να υπάρχει θεσμική κάλυψη με νομοθετική ρύθμιση ότι η μεταφορά της πληροφορίας από το ένα σύστημα στο άλλο είναι νομότυπη». Ενδεχομένως, βέβαια, επειδή όλα τα συστήματα δεν είναι μεταξύ τους συμβατά, να χρειάζονταν και κάποιες τεχνικές παρεμβάσεις, οι οποίες όμως σύμφωνα με τον κ. Μαραγκό μπορούν να γίνουν και δεν απαιτούν μεγάλα κονδύλια. Βέβαια, θα πρέπει να ξεπεραστούν οι κατά φορέα και περίπτωση αντιδράσεις καθώς όπως όλοι γνωρίζουν η δημόσια διοίκηση και αρκετοί λειτουργοί της όχι μόνο δεν προσαρμόζονται εύκολα, αλλά αντλούν τη δύναμή τους από τη διατήρηση της δαιδαλώδους γραφειοκρατίας.

Αχτίδα ελπίδας ότι η ψηφιακή εποχή θα ανατείλει και στη χώρα μας, η πληροφορία που δημοσίευσε προσφάτως η «Κ», ότι ξεκινά η ψηφιακή επικοινωνία της ΕΛ.ΑΣ. με το Εθνικό Δημοτολόγιο προκειμένου να εκδίδονται άμεσα –και χωρίς ο πολίτης να μεταφέρει πιστοποιητικά– οι ταυτότητες.