ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ενέργεια, η Ελλάδα και οι ευκαιρίες

s18_ydrogonan8rakes
oilrig

Η πρόσφατη κρίση στην Ουκρανία ανέδειξε με τον πλέον εύγλωττο τρόπο το μέγεθος της ρευστότητας που επικρατεί διεθνώς. Ζούμε σε μια περίοδο ανακατατάξεων, με τον χάρτη, τουλάχιστον σε ένα μέρος του, να αναδιατάσσεται, παραδοσιακές σχέσεις να κλονίζονται και νέες συμμαχίες να διαμορφώνονται.

Από τη στιγμή που οι υδρογονάνθρακες δεν είναι απλώς και μόνο ένα αγαθό, αλλά αποτελούν εργαλείο πολιτικής, συνδιαμορφώνοντας, κάποιες φορές, καθοριστικά τις εξελίξεις, ο ρόλος τους στο παγκόσμιο γίγνεσθαι ενδυναμώνεται συνεχώς. Ο διπλασιασμός της παγκόσμιας οικονομίας και η συνακόλουθη αύξηση της ζήτησης κατά 1/3 μέχρι το 2030 προσδίδουν στην ενέργεια επιπρόσθετη αξία για τις επόμενες δεκαετίες. Την περασμένη Τετάρτη με την υπογραφή των πρώτων συμβάσεων για τρεις περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, παρουσία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Ευάγγ. Βενιζέλου, σηματοδοτήθηκε η νέα σελίδα που ανοίγει στην εκμετάλλευση του ορυκτού μας πλούτου.

Ομως, στο πλαίσιο της ενεργειακής μας στρατηγικής, οι προτεραιότητες εντοπίζονται –χρονικά– αλλού. Στην υιοθέτηση ενός νέου κανονιστικού πλαισίου στο εσωτερικό, στην επιτάχυνση των διαδικασιών υλοποίησης του Διαδριατικού αγωγού (TAP) και στην εμπέδωση της θέσης μας ως διαμετακομίστριας, καθώς και στη δημιουργία κατάλληλων υποδομών σε συνάρτηση με τη δυνατότητα διάθεσης με επίκεντρο την Ελλάδα.

Στο εσωτερικό, η σοβαρότερη πρόκληση σχετίζεται με το ενεργειακό κόστος. Οι λειτουργικές στρεβλώσεις, η υψηλή φορολογία, η μικρή αγορά και ο περιορισμένος αριθμός προμηθευτών δεν επιτρέπουν ευελιξία στην τιμολόγηση. Ως αποτέλεσμα, τα δοκιμαζόμενα νοικοκυριά δεν ανακουφίζονται, ενώ το έργο των ενεργοβόρων βιομηχανιών δυσχεραίνεται. Μάλιστα, ορισμένες εξ αυτών δεν αποπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, με επακόλουθο να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος απώλειας εσόδων και χαμηλής ανταγωνιστικότητας. Στην ενεργειακή διπλωματία, το κυριότερο σχέδιο με χειροπιαστό όφελος είναι ο Διαδριατικός αγωγός. Ωστόσο, από τη μία υπάρχουν ενστάσεις σε τοπικό επίπεδο (κάποιες εκ των οποίων εύλογες), με την κοινοπραξία να τις διαχειρίζεται προς το παρόν με τρόπο αναποτελεσματικό, και από την άλλη έχει εσχάτως προκύψει εμπλοκή, καθότι δεν κατάφερε να λάβει άδεια προσαιγιάλωσης στην Ιταλία.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, μοιάζει υποχρεωτική η συγχώνευση με τον ελληνοϊταλικό υποθαλάσσιο αγωγό «Ποσειδώνα» και ως εκ τούτου, ΔΕΠΑ –ως μεριδιούχος– και κυβέρνηση έχουν την ευκαιρία να αντλήσουν περισσότερα οφέλη. Μέσω του κάθετου άξονα IGB (Interconnector Greece-Bulgaria), ποσότητες από τον TAP θα μπορούν να διατεθούν αρχικά στη Βουλγαρία και εν συνεχεία έως και την Ουγγαρία, με κόμβο διάθεσης τη χώρα μας. Η δημιουργία αποθηκευτικών χώρων (για περιόδους κρίσης) και η διασυνδεσιμότητά μας με ευρωπαϊκά δίκτυα, προκειμένου μέσω αγωγών αντίστροφης ροής να διευρύνουμε τις εναλλακτικές προμήθειας, αποτελούν μέρος της ίδιας εξίσωσης. Παράλληλα, η έμφαση των Βρυξελλών στη διαφοροποίηση προμηθευτών και διαδρόμων μεταφοράς, μετεξελίσσει τον νότιο ενεργειακό διάδρομο (στον οποίο ήδη μετέχουμε) σε προτεραιότητα. Παρατηρώντας τη δυναμικότητα κρατών/περιοχών, όπου η Ε.Ε., αργά ή γρήγορα, θα χρειαστεί να επενδύσει για να περιορίσει τις εξαρτήσεις της, είναι γεγονός ότι η Ελλάδα «κουμπώνει» με τις περισσότερες εναλλακτικές τροφοδοσίας της Γηραιάς Ηπείρου, προσφέροντας μεγαλύτερη αξιοπιστία, προβλεψιμότητα, άρα και ασφάλεια σε σχέση με άλλες επιλογές. Οφείλουμε, συνεπώς, να επιζητήσουμε τη συμμετοχή μας σε περισσότερα έργα με απόλυτα ρεαλιστικούς όρους και μακριά από αδιέξοδες αγκυλώσεις. Τέλος, σχετικά με τον ενεργειακό μας πλούτο, η αξιοποίησή του προϋποθέτει χρόνο (πλέον της μιας δεκαετίας), αντίληψη των συνθηκών αγοράς και, προπάντων, την ευρύτερη δυνατή πολιτική και κοινωνική συναίνεση. Η πολιτεία ρυθμίζει και εγγυάται τη διαγωνιστική διαδικασία. Απαιτούνται πλήρης διαφάνεια και καθαροί κανόνες του παιχνιδιού, για να επιβεβαιώσουμε ότι γινόμαστε «κανονικό» κράτος. Πολύ περισσότερο, σε μια περίοδο οπότε η οικονομική κρίση έχει ατονήσει τις ιδιωτικές επενδύσεις, θέτοντας πιο αυστηρά κριτήρια εταιρικής εμπλοκής.

Αναζήτηση στρατηγικών συμμαχιών

Η μεγιστοποίηση του εθνικού οφέλους θα επιτευχθεί αν αποφύγουμε τους ανεφάρμοστους μαξιμαλισμούς, ώστε –μέσα από λογικές συμφωνίες– να επιτραπεί η συμμετοχή εταιρειών που κατέχουν κεφαλαιακή επάρκεια και την απαραίτητη τεχνογνωσία για την ανάπτυξη των πεδίων μας. Το νομοθετικό και το φορολογικό πλαίσιο πρέπει να διορθωθούν και να δώσουν την αίσθηση μακροημέρευσης χωρίς εκπλήξεις. Διασφαλίζοντας τους επενδυτές έναντι μελλοντικών κινδύνων, μπορούμε να πετύχουμε ευμενέστερους όρους και να αυξήσουμε τα περιθώρια κέρδους. Οι επιλογές μας, πάντως, υπόκεινται και σε πολιτική αξιολόγηση, με στόχο τη βέλτιστη θωράκισή μας ως προς δυνητικές απειλές. Η πολιτική και οικονομική σταθερότητα σε βάθος χρόνου θα διευκολύνει τη θετική αξιολόγηση των προοπτικών επένδυσης, όπως, άλλωστε, και ο καθορισμός των θαλασσίων ζωνών με όμορα κράτη.

Αργότερα μπορεί να αποδειχθεί ότι ο υποθαλάσσιος πλούτος διαμοιράζεται μεταξύ των υφαλοκρηπίδων, οδηγώντας στη συνεκμετάλλευση, γεγονός που θα πυροδοτήσει ευρύτερες περιφερειακές συμπράξεις. Η ενέργεια μπορεί να ενδυναμώσει μία χώρα, αλλά και να την καθηλώσει. Μπορεί να επιφέρει ουσιαστική ευμάρεια και αλλαγή αναπτυξιακού μοντέλου, αλλά και να εντείνει τις ανισότητες και την ανέχεια. Στο μέλλον, οι γεωπολιτικές ανατροπές και η ενεργειακή δίψα καθιστούν αδήριτη ανάγκη την αναζήτηση τακτικών και στρατηγικών συμμαχιών, στη βάση των οποίων μπορούμε να αναπτύξουμε τουλάχιστον συμπληρωματικό ρόλο. Οι πρωτοβουλίες μας πρέπει να εστιάσουν στον ανεφοδιασμό της ευρωπαϊκής αγοράς, διότι συνεισφέροντας στην ασφάλεια τροφοδοσίας της (μέσω ενός πολυδιάστατου ρόλου), αφενός επανακάμπτουμε στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών διεργασιών, αφετέρου και κυρίως αποκτούμε διαπραγματευτικά ατού, χρήσιμα για τη δύσκολη συνέχεια.

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.