ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ταξίδι αγάπης φοιτητών του Καποδιστριακού στην Εσθήρ Κοέν

20s1koen1

Ηταν μεσημέρι και η υγρή ζέστη έπνιγε το κέντρο της πόλης των Ιωαννίνων, όταν χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος της Εσθήρ Κοέν, στην επί της οδού Αννης Κομνηνού πολυκατοικία.

Η 90χρονη Εσθήρ περίμενε επισκέπτες, αλλά η φτωχική οικοδομή δεν διαθέτει ασανσέρ και η ίδια στα 90 και με το κορμί και την ψυχή τσακισμένα στο Αουσβιτς και μετά πίσω στην πατρίδα, δεν μπορεί να ανεβοκατέβει τα σκαλιά. Ετσι ο σύζυγός της Σαμουήλ, αναλαμβάνει να καλωσορίσει την παρέα που εμφανίστηκε στην πόρτα του σπιτιού της.

Τρεις νεαρές γυναίκες κι ένας άντρας, «εισβάλλουν» στο σαλόνι και συγκινημένοι την αγκαλιάζουν. «Ηρθαμε να σου πούμε ότι είμαστε μαζί σου, ότι υπάρχει και η άλλη Ελλάδα, που αντιστέκεται και δεν θα επιτρέψει να συμβούν ξανά αυτά που περάσατε εσείς…». Ηταν μια αντιπροσωπεία από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, συγκεκριμένα από το Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών, τμήμα Dalf c2, Sorbonne c2 αποτελούμενη από τον καθηγητή κ. Φώτη Τσώνη, που ανέλαβε την πρωτοβουλία, και τις φοιτήτριες Αθηνά Πεντίδη, Μαλβίνα Αποστόλου και Κατερίνα Μουτράση.

Από την ημέρα που μέσω της «Κ», έγινε γνωστή η φοβερή ιστορία της Εσθήρ, η οποία επιστρέφοντας από το Αουσβιτς, βρήκε στο σπίτι της άλλον «ιδιοκτήτη», που μάλιστα την απείλησε ότι αν δεν «εξαφανιστεί» από μπροστά του θα την κάψει στον φούρνο όπου η μητέρα της έψηνε κουλούρια, το τηλέφωνό της δεν έπαψε να χτυπά. Αγνωστοί της από την Ελλάδα και το εξωτερικό την καλούσαν για να της εκφράσουν τη συμπαράστασή τους στο δράμα που έζησε. Μια γυναίκα από την Κέρκυρα, η 87χρονη Νέλη Πρίφτη, της τηλεφώνησε για να της καταθέσει μια τραγική ιστορία που βίωσε η ίδια: όταν οι Γερμανοί άρχισαν να μαζεύουν τους Εβραίους της Κέρκυρας, ο εύπορος πατέρας της ζήτησε από γνωστό του Εβραίο να του αφήσει το τετράχρονο αγοράκι για να το κρύψει και να το σώσει. Εκείνος συμφώνησε, αλλά όταν ήρθε η ώρα να φύγουν του δήλωσε ότι δεν μπορούσε να αποχωριστεί το παιδί του. Το πήρε μαζί του και δεν ξαναγύρισαν. Μια υπερήλικη από την Πρέβεζα, στο σπίτι της οποίας παραθέριζε τα καλοκαίρια στη δεκαετία του ’50 η οικογένεια της Εσθήρ ταξίδεψε κουβαλώντας στους ώμους της 90 χρόνια για να τη συναντήσει. Ενας άλλος κύριος τηλεφώνησε και την παρακάλεσε να του αφηγηθεί την περιπέτειά της για να χρηματοδοτήσει την έκδοση βιβλίου. 

«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ που ήσασταν η αιτία να βγάλω τον πόνο που είχα μέσα μου. Μου τηλεφώνησαν πολλοί άνθρωποι για να μου πουν ότι είναι στο πλάι μου. Τους ευχαριστώ όλους». «Το ’χω ανάγκη», επαναλάμβανε διαρκώς συγκινημένη η Εσθήρ Κοέν στον καθηγητή Τσώνη και τις φοιτήτριές του, που έκαναν το «ταξίδι αγάπης» για να της δηλώσουν ότι «μπορείς να μας θεωρείς οικογένειά σου», και προέτρεπε «όσους συγκίνησαν αυτά που πέρασα», να βοηθήσουν να γραφτούν βιβλία κατά του ρατσισμού, του φασισμού και του αντισημιτισμού.

«Προέχει να μάθουν τα μικρά παιδιά τι σημαίνουν όλα αυτά, για να μην ξανασυμβούν», τονίζει. «Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε»,τηςλέει ο καθηγητής και την ενημερώνει ότι ένα βιβλιοπωλείο στην οδό Ιπποκράτους της Αθήνας τύπωσε σε εκατοντάδες αντίτυπα και διανέμει δωρεάν τη συνέντευξή της στην «Κ». Της σφίγγουν το χέρι δακρυσμένες οι φοιτήτριες, την αγκαλιάζει συνεχώς ο καθηγητής και της χαρίζει ένα περιδέραιο ως ενθύμιο για τη συνάντηση.

«Θα φύγω πληγωμένο πουλί, μ’ ένα μεγάλο "γιατί" μέσα μου. Τι τους κάναμε αλήθεια;». Η Εσθήρ αφηγείται τα όσα έζησε στο Αουσβιτς και μετά την επιστροφή της στα Γιάννενα, μόνες με την αδερφή της από την επταμελή οικογένεια. Λέει πως στη δεκαετία του ’80 βρήκε τρεις φορές κατεστραμμένο τον τάφο του γιου της, που έφυγε πρόωρα. «Εψαχναν να βρουν χρυσό, πιστεύουν ότι οι Εβραίοι κρύβουν χρυσό στους τάφους. Τι φρίκη…». Μια από τις φοιτήτριες κλαίει. «Είστε ζωντανό σύμβολο εκατομμυρίων ανθρώπων που έζησαν αυτή τη φρίκη. Είναι πολλοί οι Ελληνες που σας αισθάνονται δική τους», της λέει ο καθηγητής και της αποκαλύπτει ότι σχεδιάζει ένα ταξίδι για μικρούς μαθητές στο Αουσβιτς.

Τούτες οι μέρες είναι ακόμη πιο δύσκολες για την Εσθήρ. Η σκέψη της βρίσκεται διαρκώς στη Γάζα και το Ισραήλ. Φοβάται για την κόρη και τα εγγονάκια της. Μια ρουκέτα της Χαμάς έπεσε στο Ρεχοβίτο, πολύ κοντά στο ινστιτούτο Βάισμαν όπου εργάζεται η κόρη της. «Δεν κοιμάμαι τις νύχτες…». Εχασε ήδη έναν εγγονό της παλαιότερα στη σύγκρουση του Ισραήλ με τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Χτυπάει το τηλέφωνο. Την καλεί η φίλη και ομόθρησκή της Ζουλί από την Αθήνα για να κουβεντιάσουν την κατάσταση στο Ισραήλ. Ξεσπάει εναντίον όσων θεωρούν αποκλειστικά υπεύθυνο το Ισραήλ για την αιματοχυσία. «Γιατί να μην υπάρχει και το κράτος του Ισραήλ, πότε θα φάμε το ψωμί "γλυκό" με τους Παλαιστίνιους;». Δεν παίρνει απάντηση, ούτε και περιμένει.

Πλησιάζει το «γιόμα», όπως λένε στην Ηπειρο, και η Εσθήρ δείχνει κουρασμένη. Ο καθηγητής και οι φοιτήτριες ετοιμάζονται  να φύγουν. «Θα είμαστε εδώ αν και όταν μας χρειαστείς και όχι μόνο εμείς αλλά και πολλοί άλλοι», τη βεβαιώνουν. Η ίδια δυσκολεύεται να σηκωθεί. Φοράει το περιδέραιο και τους αποχαιρετά ευχαριστώντας τους και επαναλαμβάνει την παράκλησή της να «γραφτούν βιβλία για να μάθουν τα παιδιά να μη μισούν».

Η πόρτα κλείνει, η Εσθήρ βυθίζεται στο κλάμα και «ψάχνει» μέσα της, όπως δεκαετίες τώρα να δώσει απάντηση στο μεγάλο «γιατί;».