ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Eφυγε» ο γητευτής του ελληνικού φωτός

«Eφυγε» ο γητευτής του ελληνικού φωτός

Αν ήταν στο χέρι του να επιλέξει, θαρρώ πως ο Τέτσης θα έφευγε από τον κόσμο τούτο με το «Υδράκι». Το πλοίο – μασκότ του νησιού, που έκανε το δρομολόγιο Υδρα-Πειραιά, όταν εκείνος ήταν παιδί. Μας περιέγραφε το μικρό λευκό σκαρί να παλεύει με τον «Κυρ Βοριά» αλλά να στέκεται με γενναιότητα μέσα στην τρικυμία. Τον τελευταίο καιρό έτσι πάλεψε και αυτός με την υγεία του, καθώς έχανε σταδιακά τις δυνάμεις του. Αυτό το θηρίο που σκαρφάλωνε μέχρι και τα 85 του στις λεμονιές για να σε φιλέψει με τους καρπούς της και ζωγράφιζε με τις ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο, δεν κατάφερε να σηκωθεί από τον καναπέ όταν πήγα να τον επισκεφθώ. «Αν και ζωγράφος, νομίζω ότι έχω γίνει μουσείο από αρρώστιες. Δεν ξέρω πια τι έχω» μου είπε χωρίς να έχει χάσει το κουράγιο του ή το χιούμορ του. Hδη όμως είχε αποφασίσει να σταματήσει τη ζωγραφική: «Αν δεν μπορείς να σταθείς, να στήσεις το τελάρο, τι να ζωγραφίσεις;».

Oλοι όσοι τον αγαπούσαμε, ξέραμε πόσο ανθεκτικός υπήρξε. Λύγισε στα 91 του χρόνια, το Σάββατο τα ξημερώματα στον «Ευαγγελισμό», όπου νοσηλευόταν με προβλήματα υγείας. Οι μαθητές του τον θυμούνται να προπορεύεται στους ατελείωτους περιπάτους στην Υδρα, χωρίς να κουράζεται ή να κάμπτεται από τη ζέστη. Μιλούσε για το ελληνικό φως, τα δένδρα, τα φυτά, τα χρώματα, τα σύννεφα. Αλλά και για την τρομερή ρεβυθάδα που είχε ετοιμάσει ήδη από το προηγούμενο βράδυ, έτσι ώστε να περιποιηθεί την παρέα. Και κάθε φορά που σε δεχόταν στο σπίτι ή στο εργαστήριο, πάντα υπήρχε τρατάρισμα με γλυκό του κουταλιού και ξεπροβόδισμα στο τέλος με ένα μπουκέτο λουλούδια και λόγια τρυφερά. Ο κόσμος του Τέτση ήταν γεμάτος ομορφιά, όπως και η ίδια του η ύπαρξη, καμωμένη με χρώματα φωτεινά και έντονα. Είχε ψυχικό «ίσκιο» μέσα του, σ’ άφηνε να ξαποστάσεις και να γλυκαθείς.

Μόνο στο τέλος, στην έκθεση με τα βράχια που παρουσίασε στο Ιδρυμα Θεοχαράκη την περασμένη άνοιξη, αποτύπωσε το Ζάστανι, τον τεράστιο, φοβιστικό βράχο στην Υδρα, απ’ όπου όπως λέει ο μύθος πετούσαν κάποτε στη θάλασσα τους ηλικιωμένους για να μην είναι βάρος στους νεότερους. Αισθανόταν την απειλή του θανάτου να έρχεται. Και το βαθύ μπλε κομπάλ του πελάγους έγινε σκούρο κυανό της Πρωσίας. Οπως όταν ήθελε να ζωγραφίσει το πέλαγος μετά από καταιγίδα, σαν το μεγάλο έργο που έχουμε στην «Καθημερινή», μια επική σύνθεση, από την οποία βγαίνει το ουράνιο τόξο και δείχνει τη θάλασσα φουρτουνιασμένη. Ηταν ένα έργο για τον Αριστείδη Αλαφούζο, τον οποίον αγαπούσε πολύ. Η φιλία τους ξεκίνησε άλλωστε όταν ήταν συμμαθητές στο σχολείο και συνεχίστηκε όλα αυτά τα χρόνια.

«H ζωή είναι ωραία. Ωραίο είναι να βλέπεις το φως του ήλιου έστω και αν αυτό βγαίνει από μια τόση δα χαραμαδίτσα» έλεγε στους μαθητές και τους φίλους του. Η διδασκαλική του πορεία ήταν εξίσου συγκινητική.

Στάθηκε πλάι στους νέους καλλιτέχνες με στοργή, πήγαινε όπως και ο Μόραλης στις εκθέσεις τους, είχε ταπεινότητα και αγάπη, κάτι που εισέπραξε ως αντιπελάργωση και στα στερνά του. Θα μας λείψει το χαμόγελό του και το βλέμμα του στα πράγματα με σοφία. Καλό ταξίδι, δάσκαλε.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί αύριο στον Αγιο Διονύσιο στην οδό Σκουφά στις 14.30 και η ταφή την Τρίτη στις 12 το μεσημέρι στην Υδρα. Η οικογένεια παρακαλεί αντί στεφάνων να ενισχυθεί το Κουλούρειο Νοσοκομείο Υδρας.