ΚΟΙΝΩΝΙΑ

250 οινοποιοί και 1.500 ετικέτες

250 οινοποιοί και 1.500 ετικέτες

Κάθε βράδυ λίγο πριν από τα μεσάνυχτα επί ένα τριήμερο (5-7 Μαρτίου) ένα φορτηγάκι ανακύκλωσης στάθμευε έξω από το κτίριο του Ζαππείου με αποστολή να παραλάβει τα απομεινάρια του Οινοράματος, χιλιάδες άδεια μπουκάλια κρασιού. Είκοσι τέσσερις χιλιάδες φιάλες, όσο ολόκληρη η παραγωγή ενός μικρού οινοποιείου, ανοίχτηκαν στην έκθεση ελληνικού κρασιού όπου φέτος συμμετείχαν 250 παραγωγοί με συνολικά 1.500 ετικέτες κρασιού. Πάνω από 10.000 άτομα γεύθηκαν τις δυνατότητες του ελληνικού αμπελώνα, ενώ και εμπορικά η έκθεση είχε μεγάλο ενδιαφέρον, αφού στο Ζάππειο βρέθηκαν μεγάλοι ξένοι εισαγωγείς. Ηταν όλοι εκεί εκτός από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, που «δεν πέρασαν ούτε να τους κεράσουμε ένα ποτηράκι».

Φέτος ανάμεσα στους γνωστούς και μη εξαιρετέους μεγάλους οινοποιούς, και οι «Οινικές Αποκαλύψεις», δηλαδή κρασιά από μικρά οινοποιεία ή «άγνωστες» στους πολλούς τοπικές ποικιλίες. Οπως ο Μανώλης Βαβουλάς από τους Λειψούς, που για να φτάσει στο Ζάππειο χρειάστηκε να πληρώσει περίπου 1.000 ευρώ μεταφορικά, αρκετά πιο ακριβά απ’ ό,τι του κόστισε η συμμετοχή στο Οινόραμα. Το πλάνο του ήταν να φύγει μαζί με τον συνεταίρο του Νίκο Γρίλη από τους Λειψούς με καράβι για τη Λέρο απ’ όπου θα έπαιρναν το αεροπλάνο για Αθήνα. Ομως τα μποφόρ εμπόδισαν το καράβι να προσεγγίσει τους Λειψούς. «Αλλάξαμε τα εισιτήρια, φυσικά με αυξημένη χρέωση, για να πετάξουμε από την Κω, αλλά και πάλι δεν πέρασε το καράβι. Ετσι φύγαμε με φουσκωτό για την Κάλυμνο και από εκεί περάσαμε στην Κω. Δύο μέρες μετά φτάσαμε επιτέλους στην Αθήνα», διηγείται. Το κρασί του είναι κυρίως από την ποικιλία φωκιανό, μια παλαιά ποικιλία που υπήρχε στους Λειψούς και την οποία κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος διέσωσε. «Από ένα αμπέλι παλιό που υπήρχε στο νησί πήρα ρίζες και τις πήγα στην Κρήτη να τις μπολιάσουν οι γεωπόνοι. Επειτα τις έβαλα κρυφά στο αμπάρι ενός κρουαζιερόπλοιου όπου είχα ένα γνωστό». Το πλοίο έπιανε Σαντορίνη, Ρόδο, Πάτμο και μετά Λειψούς. Τρεις μέρες στο πλοίο, χωρίς ήλιο και νερό, τα μισά φυτά δεν έζησαν. Με όσες ρίζες τα κατάφεραν ο κ. Βαβουλάς έφτιαξε τον πρώτο του αμπελώνα στους Λειψούς, όπου γεννήθηκε πριν από περίπου μια 25ετία.

Το Οινοποιείο Βενετσάνου από τη Σαντορίνη βρέθηκε για πρώτη φορά στο Οινόραμα επίσης στο τμήμα των «Οινικών Αποκαλύψεων». Πρόκειται για το πρώτο βιομηχανικό οινοποιείο του νησιού που σταμάτησε να λειτουργεί το 1979. Ανοιξε ξανά το καλοκαίρι του 2014, στο ίδιο σημείο, στα σύνορα Μεγαλοχωρίου και Πύργου, με θέα την καλντέρα. «Το οινοποιείο βρισκόταν ακριβώς πάνω από το λιμάνι του Αθηνιού όχι για τη θέα αλλά για πρακτικούς λόγους. Λάστιχα ξεκινούσαν από το οινοποιείο και έφταναν έως το λιμάνι για να φορτώνουν με κρασί τα πλοία», εξηγεί η διευθύντρια-οινολόγος Γιάννα Βαμβακούρη. Η έντονη κατηφορική κλίση της καλντέρας βοηθούσε στη μεταφορά του μούστου και του κρασιού από δεξαμενή σε δεξαμενή με τη δύναμη της βαρύτητας, αφού δεν υπήρχε ηλεκτρικό. Μόλις μία μέρα μετά το Οινόραμα, η Γιάννα Βαμβακούρη δέχθηκε τα πρώτα τηλεφωνήματα από πελάτες και μάλιστα από το εξωτερικό.

Τα περίπτερα των 250 παραγωγών που συμμετείχαν στην έκθεση δεν επισκέφθηκαν μόνο οι ειδικοί, εκείνοι που περιορίζονται στο χρώμα, τα αρώματα και την επίγευση, και ξοδεύουν την ώρα τους γυρνώντας μια γουλιά κρασί στο στόμα, αλλά και πολλοί απλοί πότες που δοκίμασαν ό,τι άντεχαν. «Είχε πλάκα να βλέπεις κάποιους να περνούν τρεις και τέσσερις φορές κάνοντας τους αδιάφορους. Αυτό σημαίνει όμως ότι τους άρεσε το κρασί μας», λέει οινολόγος που συμμετείχε στην έκθεση.

«Το ελληνικό κρασί έχει μεγάλη δύναμη και σε αυτή την έκθεση αυτό φάνηκε», λέει ο Ντίνος Στεργίδης, διευθυντής της Vinetum ΕΠΕ που διοργάνωσε το Οινόραμα. Οπως ανέφερε πολιτικός που επισκέφθηκε την έκθεση, «είναι πραγματικά εντυπωσιακό το ότι έχουμε τόσο πολλά και τόσο καλά κρασιά».