ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η παραίτηση του Κων. Καραμανλή

Η παραίτηση του Κων. Καραμανλή

Στις 11 Ιουνίου 1963 ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέβαλε την παραίτησή του στον βασιλέα Παύλο, τερματίζοντας μια ασυνήθιστα μακρά για τα δεδομένα της ελληνικής πολιτικής, οκταετή, διακυβέρνηση. Το αντικείμενο της διαφωνίας του αρχηγού της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενωσης (ΕΡΕ) με το Στέμμα ήταν δευτερεύον. Ο Καραμανλής ζητούσε την αναβολή της επίσκεψης των βασιλέων στη Βρετανία επικαλούμενος τον κίνδυνο επεισοδίων. Το επιχείρημά του βασιζόταν σε δυσάρεστα περιστατικά που είχαν συνοδεύσει την ιδιωτική επίσκεψη της βασίλισσας Φρειδερίκης στο Λονδίνο τον προηγούμενο Απρίλιο.

Τότε η Μπέτυ Αμπατιέλου είχε θέσει τουλάχιστον επίμονα ενώπιον της βασίλισσας το θέμα της απελευθέρωσης του φυλακισμένου συζύγου της και στελέχους του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) Αντώνη Αμπατιέλου. Κατά την προγραμματιζόμενη επίσκεψη του Ιουλίου δεν διακυβεύονταν σημαντικά θέματα στις διακρατικές σχέσεις. Το Κυπριακό είχε επιλυθεί το 1959-60 και οι αγγλοελληνικές σχέσεις είχαν εξομαλυνθεί. Δεν υπήρχαν θεμελιώδη θέματα εκκρεμή, ενώ και η Ελλάδα έστρεφε την προσοχή της προς την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα των Εξι στην οποία δεν θα συμμετείχε η Βρετανία για πολλά χρόνια ακόμα μετά το veto του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, στρατηγού Ντε Γκωλ στην ένταξή της τον Ιανουάριο του 1963. Η Αθήνα επίσης δεν ανέμενε κάτι σημαντικό από τη Βρετανία από άποψη οικονομικής βοήθειας ιδίως εν όψει της εκκρεμότητας περί το ελληνικό δημόσιο χρέος. Συνεπώς επρόκειτο μάλλον για μια επίσκεψη ρουτίνας με κάποια ιδιάζουσα σημασία για το βασιλικό ζεύγος, καθώς πάντοτε η επαφή με τη βασίλισσα της Βρετανίας έχει ιδιαίτερη σημασία για τους εστεμμένους, και ενδεχομένως όχι μόνο γι’ αυτούς, ανά τον κόσμο.

Προς την κορύφωση της πολιτικής κρίσης

Συνεπώς η παραίτηση του Καραμανλή κατανοείται στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Η Ελλάδα βρισκόταν σε πολιτική κρίση από τον Οκτώβριο του 1961, όταν η Ενωση Κέντρου αμφισβήτησε τα αποτελέσματα των εκλογών και είχε εγκαινιάσει μαζική κινητοποίηση που έμεινε γνωστή ως «ο ανένδοτος αγώνας». Ανεξάρτητα από το αν πράγματι υπήρξε επιτελικό σχέδιο το οποίο εφαρμόστηκε, ο στρατός και οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν παρέμβει για να επηρεάσουν τους εκλογείς, ιδίως στην ύπαιθρο και τις ημιαστικές περιοχές, υπό το κράτος των οξύτατων ανησυχιών που είχαν προκληθεί στο μετεμφυλιακό πολιτικό σύστημα και τον αμερικανικό παράγοντα από την εκλογική επιτυχία της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) τον Μάιο του 1958. Ανεξάρτητα από τον βαθμό της επίδρασης, η ΕΡΕ ήταν η κυρίως ωφελημένη από την υπόθεση και η Ενωση Κέντρου εκκινώντας από τα αποτελέσματα έθεσε υπό αμφισβήτηση το μετεμφυλιακό πολιτικό σύστημα και τον ειδικό ρόλο που έπαιζαν εξωκοινοβουλευτικοί μηχανισμοί όπως το Στέμμα και ο στρατός. Η αμερικανική πρεσβεία, παρά το γεγονός ότι ήταν αρνητικά τοποθετημένη έναντι του ανένδοτου αγώνα καθώς εκτιμούσε ότι διατάρασσε την πολιτική σταθερότητα στη χώρα, κατανοούσε ήδη από τον Μάρτιο του 1962 ότι αυτό που είχε αρχίσει ως μια συνήθης στην ελληνική πολιτική διαμαρτυρία για το αδιάβλητο των εκλογών είχε εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο: το ζήτημα δεν ήταν «ποιος» αλλά «πώς» κυβερνάτο η χώρα. Στο πλαίσιο αυτό θα εμφανίζονταν οι δυσχέρειες στις σχέσεις των ανακτόρων με τον Καραμανλή. Η πίεση που ασκούσε η Ενωση Κέντρου αφορούσε τον βασιλέα ως ρυθμιστή του πολιτεύματος.

Από αυτόν ζητείτο η ανάληψη πρωτοβουλιών προκειμένου να απομακρυνθεί η κυβέρνηση Καραμανλή. Καθώς η πίεση κλιμακωνόταν, στα ανάκτορα εδραιωνόταν προφανώς η ανησυχία ότι η συνέχιση της διακυβέρνησης Καραμανλή θα υποθήκευε την ανοχή της παλαιάς δημοκρατικής παράταξης προς το Στέμμα. Ο αρχηγός της ΕΡΕ από την πλευρά του αποκρυστάλλωνε την άποψή του ότι οι πρακτικές του στέμματος ήταν ασύμβατες με ένα κοινοβουλευτικό σύστημα όπου την εκτελεστική εξουσία ασκούσε ουσιαστικά η κυβέρνηση και μόνο τυπικά ο θρόνος. Η προικοδότηση της πριγκίπισσας Σοφίας από το ελληνικό Δημόσιο είχε προκαλέσει κατακραυγή όπως προκαλούσε κατά καιρούς και η βασιλική χορηγία. Ο βασιλικός λόγος του Μαρτίου του 1962 προς αξιωματικούς του στρατού που αναφερόταν σε ειδική σχέση του Στέμματος με τις ένοπλες δυνάμεις έθετε ασφαλώς συνταγματικά θέματα τόσο για το περιεχόμενό του όσο και για το γεγονός ότι είχε συνταχθεί, όπως συνήθως συνέβαινε άλλωστε, χωρίς τη σύμφωνη ή έστω την απλή γνώμη της κυβέρνησης.

Οι σχέσεις Στέμματος-κυβέρνησης

Τα θέματα αυτά τέθηκαν από τον Καραμανλή με επιστολή του προς τον βασιλέα Παύλο στις 3 Οκτωβρίου 1962. Ο Μακεδόνας πολιτικός αναφέρθηκε στο ζήτημα των δαπανών, της διοίκησης και διαχείρισης του Βασιλικού Ιδρύματος, της σύνταξης των βασιλικών λόγων και ζητούσε την εγκατάσταση ενός «εμπείρου συμβούλου» στα ανάκτορα. Η εισήγησή του απορρίφθηκε στις 14 Οκτωβρίου με επιστολή του Παύλου, η οποία άρχιζε με την προσωπική υπόμνηση ότι η βασιλική επιλογή, επτά χρόνια πριν, είχε δικαιωθεί καθώς ο πρωθυπουργός είχε προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στη χώρα.

Το επόμενο διάστημα η διάσταση ανακτόρων και πρωθυπουργού εδραιώθηκε. Τον Ιανουάριο του 1963 σε συνομιλία της με στέλεχος αμερικανικής υπηρεσίας η βασίλισσα εξέφραζε τη δυσαρέσκειά της για τον Καραμανλή και για το γεγονός ότι είχε «αποτύχει» να προστατεύσει το Στέμμα από αιτιάσεις της αντιπολίτευσης αλλά και για το γεγονός ότι τηρούσε ανεξάρτητη στάση έναντι του Στέμματος. Η προτίμησή της είχε στραφεί σε ένα σχήμα με κορμό την ΕΡΕ και μερίδα της Ενωσης Κέντρου. Εν τούτοις το Στέμμα διακατεχόταν από ανασφάλεια και μια τάση αποξένωσης έναντι όλων. Ετσι, η βασίλισσα ήταν επικριτική όχι μόνο για τον Καραμανλή ή τον αρχηγό της Ενωσης Κέντρου Γεώργιο Παπανδρέου, τον οποίο ο θρόνος επίσης προσπαθούσε να εξουδετερώσει, αλλά και έναντι του Σοφοκλή Βενιζέλου, γιου του Ελευθερίου Βενιζέλου και ηγετικού στελέχους της Ενωσης Κέντρου, ο οποίος όμως ήταν αναγκαίος παράγων για την επιτυχία τέτοιου εγχειρήματος.

Ταυτόχρονα όμως πρέπει να επισημανθεί ότι στη φάση αυτή ο Καραμανλής μάλλον παρερμήνευε τον συσχετισμό δυνάμεων και τη δυναμική των εξελίξεων. Τον Φεβρουάριο του 1963 εισήγαγε στη Βουλή πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος που έμεινε γνωστή ως πρόταση «βαθιάς τομής». Αποσκοπούσε στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας ώστε να έχει τη δυνατότητα νομοθέτησης, καθώς και στην ενσωμάτωση ορισμένων διατάξεων του λεγόμενου παρασυντάγματος, δηλαδή του πλέγματος των εκτάκτων μέτρων στον κορμό του καταστατικού χάρτη. Αν και η πρόταση δεν υπεισερχόταν στις ρυθμιστικές αρμοδιότητες του αρχηγού του κράτους, η αναθεώρηση ερμηνευόταν από τα ανάκτορα ως απόπειρα περιορισμού του ρόλου του Στέμματος και από την κεντρώα αντιπολίτευση, καθώς και την ΕΔΑ, ως προσπάθεια διαιώνισης ενός αυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης ταυτισμένου με το μετεμφυλιακό κράτος.

Πέραν αυτού ο Καραμανλής δεν αξιοποίησε τη διαθεσιμότητα του Βενιζέλου να προσέλθει σε συνομιλίες με την κυβέρνηση, τις οποίες διεξήγαγε με την άδεια του Καραμανλή ο υπουργός Εμπορίου Παναγιώτης Πιπινέλης. Οι συζητήσεις απέτυχαν, καθώς ο Καραμανλής απέδιδε προτεραιότητα στη συμμετοχή μερίδας έστω της αντιπολίτευσης στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, ενώ ο Βενιζέλος εμφανιζόταν να αποδίδει προτεραιότητα στην παραίτηση της κυβέρνησης και την αντικατάστασή της από υπηρεσιακή ή κάποιο σχήμα απροσδιόριστης φύσης. Η αποτυχία των συζητήσεων συνοδεύθηκε από τη γνωστοποίησή τους στον Τύπο και αμοιβαίες επικρίσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να υπογραμμιστεί η αδυναμία της κυβέρνησης να συνομιλήσει έστω με μερίδα της αντιπολίτευσης και η δυσχέρεια του Βενιζέλου να κινηθεί σε περιβάλλον σκληρής πόλωσης.

Διλήμματα για το μέλλον και διάψευση προσδοκιών

Οταν τον Μάρτιο του 1963 η δυναστεία εόρταζε την εκατονταετηρίδα της ανάρρησής της στον θρόνο της Ελλάδας, η αποχή της Ενωσης Κέντρου και μαζί με αυτήν του Βενιζέλου υπεδείκνυε στο Στέμμα ότι είχε βρεθεί στο επίκεντρο της διαμάχης. Η δολοφονία του ανεξάρτητου βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη τον Μάιο του 1963 στη Θεσσαλονίκη ενέτεινε μια ήδη επιβαρυμένη κατάσταση. Ο Καραμανλής ασφαλώς και δεν ήταν υπεύθυνος, ούτε πολύ περισσότερο ηθικός αυτουργός, όπως δήλωσε πάνω σε ρητορικό παροξυσμό ο Γ. Παπανδρέου. Η υπόθεση σήμαινε όμως ότι οι δυνάμεις ασφαλείας ακολουθούσαν πρακτικές τις οποίες μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση έπρεπε να έχει ελέγξει και εξαλείψει. Συμπερασματικά, όταν ανέκυψε η διαφωνία του Καραμανλή με τον βασιλέα Παύλο σχετικά με τη βασιλική επίσκεψη στο Λονδίνο, υπήρχαν όλα τα στοιχεία που θα μετέτρεπαν μια απλή υπόθεση χειρισμού σε μείζον πολιτικό ζήτημα. Η παραίτηση του Καραμανλή απετέλεσε το πιο σημαντικό γεγονός στην πορεία προς νέες εκλογές, αλλά δεν τερμάτισε την πολιτική κρίση. Οι προσδοκίες των ανακτόρων για τη δυνατότητά τους να ελέγξουν το πολιτικό παιχνίδι διαψεύστηκαν, καθώς τόσο η ΕΡΕ όσο και η Ενωση Κέντρου αποδείχθηκαν τη στιγμή εκείνη κόμματα με σχετική συνοχή και αυθεντικοί εκφραστές ενός συντηρητικού και ενός φιλελεύθερου πολιτικού ρεύματος της ελληνικής πολιτικής που διέθεταν κοινωνικές αναφορές και ιστορική παράδοση. Το θεμελιώδες ζήτημα για τις δύο παρατάξεις ήταν κατά πόσο θα αποδεικνύονταν ικανές να συμφωνήσουν στους βασικούς κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού, ώστε να εισέλθει το πολιτικό σύστημα στη νέα εποχή της ανάπτυξης και των αυξημένων κοινωνικών προσδοκιών.

* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.