ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Κανείς ποτέ δεν κοιμάται εδώ μέσα»

«Κανείς ποτέ δεν κοιμάται εδώ μέσα»

Είναι βράδυ, μετά τις 10, στον επιβατικό σταθμό της πύλης Ε1 στον Πειραιά. Είκοσι αγόρια παίζουν μπάλα στο τσιμέντο κάτω απ’ τα φώτα του λιμανιού. Για δοκάρια έχουν ένα παπούτσι κι ένα άδειο μπουκάλι γάλα.

Δύο κορίτσια τρέχουν πάνω-κάτω σέρνοντας ένα καρότσι του σούπερ μάρκετ. Η νύχτα είναι ζεστή κι έτσι όπως στέκεσαι νιώθεις σαν να είσαι σε διακοπές σε κάποια πλατεία του Μαρόκου ή της Ιορδανίας.

Κι ύστερα, ακούς τις φωνές στα ελληνικά: «Εδώ τα ποτήρια!», φωνάζει μια κοπέλα. «Ελα, τα φαγητά εδώ», ακούγεται ένας νεαρός. Κοιτάζω πιο πέρα και βλέπω αραγμένο ένα φορτηγάκι που γράφει στο πλάι «Ο Πλησίον». Η κοπέλα κι ο νεαρός μαζεύουν πλαστικά μαχαιροπίρουνα και καμιά δεκαριά μελαψοί νεαροί τους βοηθούν καθαρίζοντας τραπέζια και μαζεύοντας πλαστικά πιάτα. Αν είχα έρθει μισή ώρα νωρίτερα, θα προλάβαινα το βραδινό φαγητό: συσσίτιο για όποιον πεινάει στο λιμάνι. Αλλά τώρα είναι πολύ αργά. Στις πιο πολλές απ’ τις σκηνές που απλώνονται ώς εκεί που πιάνει το μάτι, το φερμουάρ είναι ήδη κλειστό κι οι ένοικοι μέσα ήδη κοιμούνται. Κι έτσι, προχωρώ προς το κτίριο των επιβατών. Εκεί που μέρες τώρα η νύχτα δεν πέφτει ποτέ.

Σαν να είναι πρωί καθημερινής: «Welcome to Peiraias», λέει το γκράφιτι στον τοίχο, και μπροστά του πάμπολλα παιδάκια χοροπηδούν στα σκαλάκια. Περνώ προσεκτικά απ’ τις σκηνές έξω απ’ το κτίριο, γιατί δεν έχει αρκετό χώρο για να περάσουν δύο άνθρωποι συγχρόνως, κι απ’ την πόρτα του σταθμού επιβατών όλο βγαίνουν άνδρες και γυναίκες. Εχω ταξιδέψει απ’ αυτόν τον σταθμό επιβατών παλιότερα, αλλά τώρα όλα μοιάζουν αλλιώς.

Με το που περνάς την πύλη, νιώθεις τη βαριά ανθρώπινη μυρωδιά. Μια θάλασσα ανθρώπων απλώνεται ώς εκεί που πιάνει το μάτι. Οι τηλεφωνικοί θάλαμοι δεξιά όπως μπαίνεις έχουν μετατραπεί σε κρεμάστρες για τα ρούχα των νέων ενοίκων του κτιρίου και γύρω απ’ την πινακίδα που γράφει «Φύλαξη αποσκευών» είναι κολλημένες παιδικές ζωγραφιές. Πάω προς το βάθος και με προσπερνούν γυναίκες με μαντίλες και οδοντόβουρτσες στα χέρια. Η ώρα είναι 11 το βράδυ κι όλοι ετοιμάζονται να πέσουν στα κρεβάτια τους. Αν και όπως μου λέει ο Καντίρ απ’ το Πακιστάν, που διαβάζει ένα βιβλίο με ακατανόητο τίτλο, «κανείς ποτέ δεν κοιμάται εδώ μέσα. Οταν δεν τσακώνονται οι διπλανοί σου, κλαίνε τα μωρά τους. Κι αν κλείσεις για λίγο τα μάτια σου, θα ξυπνήσεις απ’ την κλοτσιά που κατά λάθος θα σου δώσει κάποιος προσπαθώντας να περάσει».

Η αλήθεια είναι πως μόνο ακροπατώντας μπορείς να κινηθείς εδώ μέσα. Ο αχανής θάλαμος απ’ άκρη σ’ άκρη είναι καλυμμένος με σώματα και γκρίζες κουβέρτες. Οταν πια καταφέρνω να φτάσω στα γυναικεία μπάνια, βλέπω τουλάχιστον είκοσι κορίτσια με μαντίλες να πλένουν τα δόντια τους στις βρύσες, ενώ άλλα τόσα περιμένουν πίσω τους υπομονετικά. Η καθαρίστρια που σχολάει με κοιτάζει απελπισμένη. «Είμαστε μόνο δύο σε κάθε βάρδια», μου λέει. «Πώς να το φέρεις βόλτα όλο αυτό;».

Με τα φώτα ανοιχτά

Η ώρα έχει πάει 12 πια, αλλά τα φώτα δεν κλείνουν ποτέ σ’ αυτήν την αίθουσα. Οποιος θέλει να κοιμηθεί απλώς κουκουλώνεται με την κουβέρτα. Οποιος δεν θέλει απλώς βγαίνει έξω, στο λιμάνι. Στην πίσω πλευρά του κτιρίου είναι η πολιτεία των παιδιών. Κάποιος έφερε δώρο στα μικρά ένα σπιτάκι κουκλοθέατρο και δύο παιδικά τραπεζάκια με καρεκλίτσες, κι έτσι τώρα όλα τα παιδιά του σταθμού μαζεύονται εδώ, κολλούν τις ζωγραφιές τους στον τοίχο του λιμανιού και κάνουν τσουλήθρα στη στέγη του κουκλοθέατρου. Στο ένα απ’ τα δύο τραπέζια κάθεται ένα αγόρι με γιλέκο εθελοντή και πρόσωπο κουρασμένο, και καπνίζει. «Χάλια η κατάσταση», του λέω νομίζοντας πως είναι Ελληνας. «Απ’ τη Συρία είμαι», μου απαντά σε τέλεια αγγλικά γελώντας που μπερδεύτηκα.

Ο Ακράμ μού λέει πως είναι 22 χρονών και πως ήρθε εδώ πριν από 10 ημέρες. Καθώς μιλάει καλά αγγλικά, οι εθελοντές τού ζήτησαν να βοηθήσει ως μεταφραστής κι αυτός δέχτηκε με χαρά. «Είναι ωραία να βρίσκεις επιτέλους κάποιον να μιλήσεις», λέει. Ο Ακράμ έκανε μόνος του όλο το ταξίδι απ’ τη Δαμασκό για να φτάσει στον Πειραιά. «Δεν είναι και τόσο άσχημα εδώ», λέει τώρα. «Σε σχέση με τι; Με το Αιγαίο;», τον ρωτάω. «Σε σχέση με την Ειδομένη», μου απαντάει. Κι ύστερα, μου εξηγεί πως την περασμένη Κυριακή πήρε τον δρόμο για την Ειδομένη. «Νόμιζα πως θα περάσω, θα πάω στη Σουηδία», λέει. «Αλλά κόλλησα εκεί, στις λάσπες.

Βρεχόμουν όλη μέρα, δεν έφαγα τίποτα για 48 ώρες. Και δεν μπόρεσα ούτε να πλησιάσω στα σύνορα». Ετσι, ο Ακράμ γύρισε πίσω. «Τώρα έφτασα, πριν από τρεις ώρες», λέει. «Τελικά θ’ ανοίξουν τα σύνορα;», τον ρωτάω. «Απόψε αυτό δεν με νοιάζει», απαντά. «Με νοιάζει μόνο πού θα κοιμηθώ ζεστά χωρίς να βρέχομαι».