ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ειδομένη: Η «πόλη» που δεν κοιμάται ποτέ

eid1
eid3
eid4
eid5
eid7
eid6
eid8

ΑΠΟΣΤΟΛΗ-ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ.  Το φεγγάρι είχε αρχίζει να ξεμυτίζει πάνω από την Ειδομένη παίρνοντας σιγά- σιγή την θέση του ήλιου που έγερνε πίσω από το Καϊμακτσαλαν, και παρ' ότι είχε ξαστεριά, δύσκολα μπορούσε να το διακρίνει κανείς.

Ένα πυκνό σύννεφο καπνού, ορατό από μακριά, κάλυπτε την ατμόσφαιρα πάνω από τον προσφυγικό καταυλισμό, εμποδίζοντας τη θέα προς τον ουρανό και δημιουργώντας συνθήκες θερμοκηπίου πάνω από το δάσος με τις σκηνές στον μικρό κάμπο.

Με το θόλωμα, η καμπάνα του χωριού χτυπούσε καλώντας τους χριστιανούς στους πρώτους Χαιρετισμούς. Ελάχιστοι όμως από τους εκατό περίπου υπερήλικες κατοίκους θα ανταποκριθούν στο κάλεσμα. Οι πολλοί θα προτιμήσουν να μείνουν στα σπίτια τους, φοβούμενοι εισβολή απελπισμένων προσφύγων, «από εκεί κάτω…».

Ήταν βράδυ Παρασκευής και η «πολιτεία της απόγνωσης» βρισκόταν σε αναβρασμό. Τα κακά μαντάτα από τις Βρυξέλλες, ότι οι ηγέτες της ΕΕ αποφάσισαν να μην ανοίξουν τα σύνορα είχαν φτάσει, και η κατήφεια κυριαρχούσε.

Ο Ζακαρία, 23 ετών, φοιτητής Βιολογίας από το Χαλέπι, μας πλησιάζει για να μας ρωτήσει εάν τώρα που δεν θα μπορούν να συνεχίσουν προς την Ευρώπη θα τους στείλουν πίσω στην Τουρκία. Αυτός είναι και ο μεγάλος τους φόβος.

«Στην Ελλάδα πατάμε Ευρώπη, ενώ από την Τουρκία εύκολα μπορούν να μας διώξουν πίσω στην Συρία», λέει και κάπως έτσι σκέφτονται οι περισσότεροι, διατηρώντας την κρυφή ελπίδα ότι ίσως κάποια στιγμή ανοίξει και πάλι ο βαλκανικός διάδρομος και φύγουν για τη Γερμανία.

«Γίναμε σαν αυτά τα πολύβουα χωριά του Πακιστάν και του Αφγανιστάν που βλέπουμε στην τηλεόραση» λέει ο ιδιοκτήτης του μοναδικού καφενείου της Ειδομένης, Βαγγέλης Γροζίδης, που άφησε το μαγαζί να το δουλεύουν η γυναίκα του και κάποιες άλλες συγχωριανές και προσπαθεί και αυτός να βοηθήσει πρόσφυγες.

Δεν έχει άδικο. Σε λιγότερο από ένα χρόνο φτιάχθηκε δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, στις παρυφές του χωριού, μια ολόκληρη «πόλη» των δεκατεσσάρων χιλιάδων ανθρώπων που μέρα με τη μέρα μεγαλώνει, καθώς η συρροή συνεχίζεται, με…τζαμί, δίκτυο ύδρευσης και καταστήματα, αστυνομία, ιατρεία και κοινωνική ζωή.

Ποιος να τό λεγε ότι το γαλήνιο αυτό χωριό ,που μετά τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους και την ερήμωση του σιδηροδρομικού σταθμού που συνέδεε την Ελλάδα με την Ευρώπη είχε βυθιστεί στην απομόνωση, θα γινόταν-και παραμένει- επί μήνες ολόκληρους πρώτο θέμα στην παγκόσμια επικαιρότητα, ως σύμβολο της απελπισίας και απόγνωσης κατατρεγμένων ανθρώπων;

“Κανένας μας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα αντικρύζαμε στο χωριό μας ένα τέτοιο θέαμα, όλα έγιναν πολύ γρήγορα”, μονολογεί ο Γροζιδης.

Ήταν αρχές Απριλίου πέρυσι όταν στήθηκαν από Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις οι πρώτες σκηνές στην Ειδομένη για να στεγαστούν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες που συσσωρεύονταν στα γύρω δάση περιμένοντας την ευκαιρία σαλτάρουν σε ένα διερχόμενο τρένο και να περάσουν τα σύνορα με την ΠΓΔΜ για να προωθηθούν στην Ευρώπη.

Έκτοτε τα γεγονότα έλαβαν την μορφή χιονοστιβάδας, καθώς άρχισαν να συρρέουν μαζικά πρόσφυγες και μετανάστες, γυναικόπαιδα και υπερήλικες, που αντί να ξημεροβραδιάζονται στους θάμνους και κάτω από τα δέντρα, εγκαταστάθηκαν σε σκηνές, παρά την μουρμούρα των κατοίκων και των τοπικών δημοτικών αρχών , που διέβλεπαν μόνιμη παρουσία χιλιάδων ανθρώπων στα χωράφια τους και δίπλα στα σπίτια τους. Όπερ και εγένετο.

Μια νύχτα στην Ειδομένη έχει κάτι από αύρα Ανατολής, ανάμεικτης, έστω, με την δυσωδία που αποπνέουν ο καπνός από τις φωτιές και οι απερίγραπτες συνθήκες διαβίωσης τόσων ανθρώπων μέσα στις λάσπες. Δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς αφού οι άνθρωποι του καταυλισμού κατά την πολύμηνη, επί του παρόντος, διαμονή τους στις σκηνές και τα πρ;oχειρα παραπήγματα πρέπει να επιβιώσουν διαμορφώνοντας την δύσκολη καθημερινότητά τους εν πολλοίς και με βάση τις συνήθειες και τις παραδόσεις του τόπου τους τις οποίες κουβαλούν μαζί τους στον “Γολγοθά”.

Ώρα οχτώ το βράδυ. Η νύχτα είχε αγκαλιάσει για τα καλά τον καταυλισμό. Τα “φώτα της πόλης”, είχαν ανάψει. Ήταν στην είσοδο του χωριού οι φεγγοβολούσες “κουκούλες” των ταξί που περίμεναν να μεταφέρουν πρόσφυγες-”όπως βλέπεις αποκτήσαμε και πιάτσα ταξί”, λέει ο Γροζιδης- κάποιοι προβολείς στημένοι στις οροφές κλειστών φορτηγών που φώτιζαν τον λασπότοπο για να μην σκοντάφτουν στις σκηνές οι άνθρωποι. Και φωτιές, πολλές φωτιές και παντού. Μπροστά στις σκηνές, στις ράγες του τρένου, στα χωράφια, στην αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού, όπου υπήρχε ακάλυπτος χώρος.

Νεαροί τις τροφοδοτούσαν με ξερά κλαδιά, κορμούς δέντρων που κουβαλούσαν από τα γύρω χωράφια- ακόμα και…κουβέρτες και είδη ρουχισμού έριχναν κάποιοι στις φλόγες, από τις οποίες αναδυόταν μια αφόρητη δυσοσμία.

Μικρά παιδιά, γυναίκες, υπερήλικες, πάσχιζαν να ζεσταθούν, μέχρις ότου περάσει η ώρα και τρυπώσουν στις σκηνές για το υπόλοιπο μιας ακόμα δύσκολης βραδιάς. Άλλοι έβραζαν το παραδοσιακό ανατολίτικο τσάι, μαγείρευαν σε αυτοσχέδιες κατσαρόλες που μπορεί να ήταν άδεια κονσερβοκούτια.

Χιλιάδες άνθρωποι, νέοι ως επί το πλείστον, περιφέρονταν μέσα στο σκοτάδι κατά μόνας ή παρέες στους γύρω δρόμους που οδηγούν στο χωριό και άλλοι επί ώρες όρθιοι συζητούσαν σε έντονο ύφος μεταξύ τους σε πηγαδάκια.

Ο χρόνος κυλάει αργά και βασανιστικά στην Ειδομένη για τους εγκλωβισμένους που αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι ξεθωριάζει γι αυτούς, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον, το ευρωπαϊκό όνειρο, πλην όμως εξακολουθούν να ελπίζουν στο “θαύμα”.

Με την βοήθεια κάποιων ανθρωπιστικών οργανώσεων, και απουσία κρατικής δομής ελέγχου και καθοδήγησης, οι πρόσφυγες πασχίζουν να οργανωθούν για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Ο καταυλισμός αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά συντεταγμένης κοινωνίας.

Στην κεντρική “πλατεία”, σε μια απόσταση εκατό μέτρων από τον αγκαθωτό φράχτη των σλαβομακεονικών αρχών, λειτουργούν τα ιατρεία των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, διανέμονται μερίδες φαγητού, εδρεύει δύναμη των ΜΑΤ για να αποτρέπει εξορμήσεις κατά των συρματοπλεγμάτων, καυγάδες μεταξύ φανατικών των διαφορών εθνοτήτων και να ρυθμίζει γενικότερα την τάξη, αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό, εκεί είναι στημένες οι πιο πολλές τηλεοπτικές κάμερες και τα δορυφορικά πιάτα, επιτόπου λαμβάνονται αποφάσεις στις “συναθροίσεις” των προσφύγων και γίνονται οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας.

Κατά διαστήματα την ατέλειωτη ανθρώπινη βουή “σκίζει” μια μεταλλική φωνή. Μέσω μεγαφώνων οι “πολίτες” ενημερώνονται από ένα “κέντρο αναμετάδοσης” που τους πληροφορεί σε διάφορες γλώσσες για τα τεκταινόμενα και μεταδίδει χρηστικές πληροφορίες ενώ μερικές φορές τους ξεσηκώνει.

Όπως για παράδειγμα το βράδυ Κυριακής , όταν κάποιοι νεαροί κατέλαβαν τα μικρόφωνα και άρχισαν να καλούν τον κόσμο να εφορμήσει στον φράχτη γιατί, όπως έλεγαν, “στις 11 θ ανοίξουν τα σύνορα…”. Φυσικά και δεν άνοιξαν.

Στο κομμάτι της σιδηροδρομικής γραμμής από τον σταθμό του τρένου έως την “πλατεία”, παρατηρείται το αδιαχώρητο. Είναι η κεντρική “λεωφόρος” της “πόλης”. Γύρω από αυτήν έχει αναπτυχθεί ο κυρίως καταυλισμός. Εκείνοι που πρόλαβαν να εγκαταστήσουν τις σκηνές κατά μή κος της-μέσα απαγορεύει η αστυνομία γιατί κάπου κάπου περνάει το τρένο- είναι οι τυχεροί καθώς έστησαν το “σπίτι” τους πάνω στο χοντρό χαλίκι της γραμμής αποφεύγοντας τις λάσπες. Προνομιούχοι, όμως θεωρούνται εκείνοι που άνοιξαν τις σκηνές τους πάνω στην αποβάθρα του σταθμού και κάτω από το στέγαστρο του και αισθάνονται προστατευμένοι από την βροχή και το χαλάζι.

Άτυποι “μαχαλάδες”, έχουν δημιουργηθεί σε εθνοτική βάση στον καταυλισμό. Οι Σύριοι βάζουν τις σκηνές δίπλα στους Σύριους, οι Ιρακινοί στους Ιρακινούς, κ.ο.κ και δεν είναι λίγες οι φορές που ξεσπούν αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις “γειτονιές”.

Ένα ατέλειωτο ανθρώπινο “μελίσσι” πηγαινοέρχεται πάνω στις ράγες και δίπλα από αυτές, σκοτώνοντας την ώρα του, συζητώντας- τι άλλο;-από το πως θα φύγουν για την Ευρώπη και συχνά καυγαδίζοντας.

Γι αυτούς ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία στον βαθμό που δεν μετράει αντίστροφα για να περάσουν τα σύνορα.

Μια παρέα Ιρακινών έχουν στήσει χορό ανάμεσα σε σκηνές, σ ένα λασπότοπο, δυο νεαρές κοπέλες, με ευρωπαϊκή κοψιά, πασχίζουν δια της παντομίμας να κάνουν κάποια παιδάκια να γελάσουν, μια γυναίκα πλάι στις ράγες απολαμβάνει το ναργιλέ της, ένα παιδάκι μετράει κάποια χαρτονομίσματα, δυο νεαροί παίζουν ντάμα σ ένα αυτοσχέδιο τραπεζάκι, και στο κτίριο του σταθμού ο Γιώργος Σερμετίδης, από το Χαμηλό, που μίσθωσε μια αίθουσα και άνοιξε νόμιμο, όπως λέει, κατάστημα με αξεσουάρ για τους πρόσφυγες, γκρινιάζει γιατί του παίρνουν την πελατεία πλανόδιοι αθίγγανοι από την Θήβα και την Λιβαδειά.

Η ώρα της βραδινής προσευχής φτάνει και σε μια σκηνή δίπλα στις ράγες, νεαροί και μεγαλύτεροι μουσουλμάνοι προσέρχονται με το χαλάκι στο χέρι, σε μια σχετικά μεγάλη σκηνή την οποία έχουν μετατρέψει σε τζαμί.

Η νύχτα προχωράει και σιγά σιγά οι γυναίκες και τα παιδιά αποσύρονται στις σκηνές, οι άντρες συνεχίζουν να περιφέρονται σκιές μέσα στο σκοτάδι καπνίζοντας και κουβεντιάζοντας, πολλοί εξ αυτών μέχρι το πρωί.

Η ζωή στις λάσπες δεν σταματάει ούτε μετά τα μεσάνυχτα. Οι εκατοντάδες δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερς και τεχνικοί τηλεοπτικών συνεργείων αποσύρονται στις ταβέρνες και τα πανδοχεία των γύρω κωμοπόλεων και χωριών, οι ντόπιοι κάτοικοι της Ειδομένης κλειδώνονται στα σπίτια, και στον καταυλισμό οι άνθρωποι, οι πιο πολλοί απο αυτούς, πασχίζουν να “κλείσουν μάτι”, πράγμα καθόλου εύκολο. Τα νεύρα είναι τεντωμένα, η αγωνία τους εμποδίζει να χαλαρώσουν. Αυτή η “πόλη” δεν κοιμάται ποτέ.