ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Προσφορά ψυχής από τη Λυρική στο Ασυλο Ανιάτων

Προσφορά ψυχής από τη Λυρική στο Ασυλο Ανιάτων

Εκείνο το κρύο πρωινό του περασμένου Σαββάτου θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου. Ημουν στην Κυψέλη, στο Ασυλο Ανιάτων, στη ζωηρά ζωγραφισμένη αίθουσα εκδηλώσεων που θύμιζε σχολική τάξη. Ορθιος σε μια γωνιά –καθώς ήθελα να έχω θέα σε όλον τον χώρο, και στη «σκηνή» και στην «πλατεία»– άφηνα να εκτυλιχθεί μπροστά μου μια «πράξη» ανταλλαγής συναισθημάτων. Πριν αρχίσει η συναυλία που θα έδιναν οι τέσσερις τραγουδιστές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τους ασθενείς του ασύλου, δεν είχα φανταστεί ότι μέσα σε λίγα λεπτά μπορούσα να γίνω μάρτυρας της θεαματικής επίδρασης της μουσικής. Ηταν ένα ωστικό κύμα που μας τύλιξε όλους.

Φέτος είναι η δεύτερη χρονιά που το Ασυλο Ανιάτων υποδέχεται την κοινωνία τέτοιες γιορτινές μέρες, με έναν τρόπο όχι αυτονόητο. Και πέρυσι, με εκείνο το άνοιγμα στον κόσμο, είχαν συμβεί ρήγματα. Αλλά φέτος, υπήρχε μια παγιωμένη εμπειρία. Οι ασθενείς που μπορούσαν να είναι στο ακροατήριο περίμεναν με αδημονία. Τα βλέμματα, η γλώσσα του σώματος, η αγωνία της χαράς, ήταν όλα εκεί. Και όταν μέσα σε 40 λεπτά συμβαίνουν τέτοιες δονήσεις στον ψυχισμό χρονίως πασχόντων, είναι ενδεχομένως αμήχανο να επιχειρεί κανείς να μεταφέρει το κλίμα εκ των υστέρων. Ωστόσο, καταγράφεται στην ιστορία του ασύλου, στην κοινωνική ιστορία της Αθήνας, στην ιστορία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, εκείνο το πρωινό, που οι καλλιτέχνες, προσφερόμενοι με τεράστια ψυχική γενναιοδωρία και δίνοντας τον καλύτερο εαυτό τους, λες και τραγουδούσαν σε ένα λυρικό θέατρο και όχι σε ένα απλό δωμάτιο, επέδρασαν με έναν τρόπο καταλυτικό.

Καταλυτικά επέδρασαν και σε μας, τους «υγιείς», που μας απογύμνωσαν και μας έφεραν ψυχικά κοντά στους ανθρώπους που το άσυλο είναι σπίτι τους. Δεν θα ξεχάσω τη Λυδία Αγγελοπούλου, τη μεσόφωνο της Λυρικής Σκηνής που, τραγουδώντας «Κάρμεν», άφησε τη «σκηνή» και ανάμεσα στους ασθενείς στα αμαξίδια, σε ένα κρεσέντο ψυχικής έξαρσης, μετέβαλε την αίθουσα εκδηλώσεων του ασύλου σε λαμπρή αίθουσα συναυλιών. Ανεξίτηλη η στιγμή που οι ασθενείς προσπαθούν να σιγοτραγουδήσουν το «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη» του Τώνη Μαρούδα ή το «Σφίξε με» από το «Πικ Νικ» ή ακόμη το «Τον καιρό εκείνο τον παλιό» από τον «Βαφτιστικό»… Εβλεπα τον λαιμό ενός νεαρού σε αμαξίδιο να μακραίνει σαν να ήθελε να ανεβεί και αυτός στη σκηνή. Μια άλλη ηλικιωμένη κυρία, που ζει χρόνια στο άσυλο, μου είπε ότι πέρασε την ωραιότερη ημέρα της ζωής της. Ενας άλλος άφηνε απλώς τα δάκρυα να τρέχουν.

Αυτά συνέβησαν σε μια μικρή αίθουσα της Κυψέλης, σε έναν χώρο διόλου τυχαίο. Τέσσερις τραγουδιστές, η σοπράνο Δέσποινα Σκαρλάτου, η μεσόφωνος Λυδία Αγγελοπούλου, οι τενόροι Γιάννης Χριστόπουλος και Σταμάτης Μπερής, μαζί με τον βιολονίστα Αχιλλέα Μπερή (που έπαιξε και το αθάνατο ταγκό «Por una cabeza») και τον πιανίστα Βενιαμίν Χατζηκουμπάρογλου, τα έδωσαν όλα. «Ο σόλε μίο», «Πασιόνε», «La donna e mobile» και το μοναδικό «Libiamo» από την «Τραβιάτα», όπου όλοι μαζί και οι τέσσερις τραγουδιστές, ενωμένοι, έκαναν το άσυλο έναν τόπο χαράς. Επίτευγμα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Το Ασυλο Ανιάτων επί ένα διήμερο –χάρη στη φωτισμένη διοίκηση και στην παρουσία της κυρίας Ιωάννας Ηλιάδη, καθώς και στην αγαστή συνεργασία της υπεύθυνης δημοσίων σχέσεων Δήμητρας Πιπιλή και της ιστορικού τέχνης Ιριδος Κρητικού– μπήκε στον χάρτη της Αθήνας. Ηρθαν δεκάδες επισκέπτες. Δούλεψαν επί μακρόν δεκάδες εθελοντές, οργανώθηκε μπαζάρ, ήρθαν δημιουργοί, συγγραφείς και μουσικοί, ζωγράφοι παρουσίασαν τη δουλειά τους, το άβατο έσπασε. Ανεβήκαμε στους θαλάμους, όπου η Ιρις Κρητικού έχει στήσει ένα μικρό θαύμα… Πάνω από 50 εικαστικοί καλλιτέχνες έχουν ζωγραφίσει τους τοίχους αφήνοντας μόνιμη κληρονομιά αγάπης. Μια μηχανή αγάπης έχει πάρει μπροστά σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο για το άσυλο και τους ανθρώπους του. Για εμάς «απέξω» χρειάζεται να σπάσει ο πάγος. Ευτυχώς θρυμματίζεται. Αυτό που έγινε και συνεχίζεται είναι ότι το Ασυλο Ανιάτων στην καρδιά της Κυψέλης απορρίπτει την ταμπέλα ενός τόπου εξορίας. Ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά η απομόνωση έσπασε.