ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μητροπολίτης Μόρφου για Παπαδιαμάντη: «Δεν είναι φυγή προς τα πίσω, αλλά ματιά στο μέλλον»

Μητροπολίτης Μόρφου για Παπαδιαμάντη: «Δεν είναι φυγή προς τα πίσω, αλλά ματιά στο μέλλον»

Στο έργο του «κοσμοκαλόγερου» της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αναφέρθηκε ο μητροπολίτης Μόρφου, Νεόφυτος, μιλώντας σε σπουδαστές της Ιερατικής Σχολής «Απόστολος Βαρνάβας και σε άλλο κοινό. Η ομιλία έγινε στο παρεκκλήσιο της Σχολής μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα.

Στην ομιλία του, ο μητροπολίτης επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι ο Παπαδιαμάντης εξακολουθεί να είναι επίκαιρος για τους εξής λόγους:

-Πρώτα απ’ όλα γι’ αυτό το αίσθημα της ξενιτιάς που ένοιωθε όταν έφτασε από το νησί του στην Αθήνα, που σήμερα είναι ακόμα πιο έντονο για όσους προσπαθούν να ορίσουν τη ζωή τους σε σχέση με την Εκκλησία. «Ξένοι και πάροικοι νοιώθουμε σήμερα κι εμείς μέσα στο σύγχρονο εικονικό κόσμο, όχι μόνο οι Μικρασιάτες πρόσφυγες του ’22, όχι μόνο οι Κύπριοι πρόσφυγες του ’74 και όχι μόνο στις πόλεις όπως άλλοτε αλλά και μέσα στα ίδια τα χωριά μας πλέον», είπε.

-Σ’ αυτή την εποχή της κρίσης, στρεφόμαστε προς τον Παπαδιαμάντη, ακολουθώντας την προτροπή του Ελύτη στο Άξιον εστί «Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη», γιατί ο Παπαδιαμάντης μας μιλά για τη βαθύτερή μας ταυτότητα. Τα ίδια θέματα που έβρισκε ο Παπαδιαμάντης μπροστά του, μας συντροφεύουν από τότε συνεχώς και τα αντιμετωπίζουμε και σήμερα περίπου αναλλοίωτα και ίσως πολύ πιο έντονα. «Αν η κρατική ένδεια και ανεπάρκεια ήταν εκκωφαντική την εποχή του Παπαδιαμάντη, σήμερα έχει φτάσει στο μη παρέκει, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Το ένδυμα του κράτους μας, δεν μπορεί να μας ντύσει..», υποστήριξε ο κ. Νεόφυτος.

Επίσης, σημείωσε την ρήση του Χρίστου Βακαλόπουλου, ότι: «Οι Φυλακισμένοι και οι άρρωστοι καταφεύγουν συχνά στην Αγία Γραφή και μερικοί Έλληνες στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη». Ο ελληνικός κόσμος, λέει ο Βακαλόπουλος, μοιάζει και αυτή τη νωθρή περίοδο της ιστορίας του, με παγιδευμένο ζωντανό σώμα το οποίο, σημείωσε ο μητροπολίτης Μόρφου, όπως έγραφε ο Παπαδιαμάντης το 1907 στο άρθρο «Γλώσσα και Κοινωνία», «όσο δεν δύναται να ζήση δι’ ενέσεων, τρόπον τινά, από κόνιν αρχαίων σκελετών και μνημείων, άλλο τόσον δεν δύναται να ζήση, ειμή μόνον κακήν και νοσηράν ζωήν, τρεφόμενον με τουρσιά και με κονσέρβας ευρωπαϊκής». Γι’ αυτό, καταλήγει ο Βακαλόπουλος, «μερικοί από μας, χορτασμένοι και πεινασμένοι ταυτόχρονα, πιάνονται την ύστατη στιγμή από τον Παπαδιαμάντη».

Σύμφωνα με τον μητροπολίτη Μόρφου «ο Παπαδιαμάντης, δεν είναι μια φυγή προς τα οπίσω. Δεν είναι νοσταλγία για τα περασμένα, αλλά ματιά στο μέλλον». Ο Παπαδιαμάντης, τόνισε, δεν επιχειρεί να δραπετεύσει ή να κρυφτεί ενόψει της νεωτερικότητας. Ούτε, πρόσθεσε ο κ. Νεόφυτος, «κατηγορεί τη Δύση από οπισθοδρομικότητα ή φόβο. Επειδή όμως ξέρει ποιος είναι και πού πάει, μπορεί να αντιμετωπίζει κριτικά τη Δύση και τις αξίες της».

Ο Παπαδιαμάντης είναι σήμερα, υπογράμμισε ο Μόρφου Νεόφυτος, πιο επίκαιρος παρά ποτέ και ξαναβρίσκοντάς τον, ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας. «Μας καλεί να κάνουμε μαζί του μια στροφή προς τα εμπρός, δηλαδή προς Ανατολάς, προς τα εκεί από όπου ανέτειλε το Φως και απ’ όπου το αναμένουμε να έρθει ξανά για να φωτίσει το ξέφραγο αμπέλι που είμαστε», είπε.

Αντί άλλης κατακλείδας στην ομιλία του, ο μητροπολίτης Μόρφου παρέθεσε ένα απόσπασμα από ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, που μας εισάγει στην ιερή μελωδία της πραγματικότητας. Ένα απόσπασμα από το διήγημα «Ο Ξεπεσμένος Δερβίσης:
Τον άστεγο δερβίση, «εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μια παρέα. Επτά η οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’ αυτούς έβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν. (…) Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο Δερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ήσαν κι αυτοί. Του είπαν να τραγουδήση. Ετραγούδησε. Του είπαν να παίξη το νάϊ. Έπαιξε. Δεν τους ήρέσε. Ω, αυτός δεν ήτον αμανές. Δεν ήτον, όπως τον ήξευραν αυτοί. Αλλ’ ο Δερβίσης τους έλεγε τον καθ’ αυτό αμανέν. (…)

Τον αμανέ του Δερβίση, όμως, τον ήξεραν και τον αναγνώρισαν, μέσα από τον ήχο που ανέπεμπε το νάι το ήμερον, το ταπεινόν και πράον, του νάι το φιλάνθρωπον, τον αναγνώρισαν λοιπόν «τα βαρέα τείχη και οι ογκώδεις κίονες του Θησείου, η στέγη η μεγαλοβριθής» τα οποία «δεν εξεπλάγησαν προς την φωνήν, προς το μέλος εκείνο. Την ενθυμούντο, την ανεγνώριζον. Και άλλοτε την είχον ακούσει. Και εις τους αιώνας της δουλείας και εις τους χρόνους της ακμής. Η μουσική εκείνη δεν ήτο τόσον βάρβαρος, όσον υποτίθεται ότι είναι τα ασιατικά φύλα. Είχε στενήν συγγένειαν με τας αρχαίας αρμονίας, τας φρυγιστί και λυδιστί» .
 

(πηγή ΑΠΕ – ΜΠΕ)