ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η σημασία της αμυντικής διάστασης της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Οι πρόσφατες πληροφορίες για την ύπαρξη μιας πρώτης συμφωνίας αναφορικά με τη συμμετοχή της Τουρκίας στο αμυντικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δημιουργούν έντονη ανησυχία. Στην ουσία, εφόσον ευοδωθούν οι προσπάθειες της Αγκυρας, τοποθετούν την Τουρκία στο κέντρο του τραπεζιού των ευρωπαϊκών αμυντικών αποφάσεων, στερώντας αντίθετα από την Ελλάδα και την Κύπρο τη δυνατότητα να στηριχθούν στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αποτρεπτικά ή και σε περίπτωση που δεχθούν στρατιωτικό πλήγμα.

Οι πρόσφατες αναφορές σε μεγάλες εφημερίδες του εξωτερικού για υπάρχουσα μυστική συμφωνία, όπως οι Financial Times (30/5) και η International Herald Tribune (5/6), αλλά και η Turkish Daily News (31/5), δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επισημαίνουν τους λόγους της τουρκικής θριαμβολογίας, μετά τη Σύνοδο της Βουδαπέστης. Οι Times της Νέας Υόρκης επισημαίνουν ξεκάθαρα πως όσα συμφωνήθηκαν πίσω από την πλάτη της Ελλάδας, περιλαμβάνουν τη διαβεβαίωση πως η στρατιωτική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν θα αναμιχθεί σε «πολιτικές διαφορές μελών του ΝΑΤΟ» -η οποία είναι ένας ξεκάθαρος τρόπος να δηλωθεί πως η Ευρωπαϊκή Ενωση θα μείνει μακριά από το να συνδράμει τις ελληνικές δυνάμεις σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης στην Ελλάδα ή στην Κύπρο-, μια συμφωνία την οποία ο κ. Τζεμ έσπευσε ασφαλώς να χαρακτηρίσει αμέσως ως «εξαιρετικά θετική».

Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, οφείλει να ξεκαθαρίσει λεπτομερώς τη στάση που θα κρατήσει τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στη Σύνοδο του Γκέτεμποργκ, όπου και οι προτάσεις θα τεθούν προς έγκριση. Οι διαβεβαιώσεις που δίνονται σήμερα από την κυβέρνηση αφορούν στις επίσημες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά αφήνουν ερωτήματα για τις ανεπίσημες συμφωνίες που ήδη -κατά τον διεθνή Τύπο- έχουν εξασφαλίσει τη γενικότερη συναίνεση στις χώρες του ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι σίγουρα η δήλωση πλήρους άγνοιας εκ μέρους του υπουργού Εξωτερικών ενώπιον της Βουλής, για τα τεκταινόμενα σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, επιβεβαιώνοντας δυστυχώς ότι ούτε καν συντονισμένος σχεδιασμός δεν υπάρχει στην κυβέρνηση.

Σε περίπτωση που ισχύσει η κατ’ αρχήν συμφωνία, η οποία επήλθε έπειτα από έντονες διαβουλεύσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ, στη Βρετανία και στην Τουρκία, η γειτονική μας χώρα γίνεται ένας de facto ρυθμιστής των στρατιωτικών κινήσεων της ευρωπαϊκής δύναμης στην περιοχή. Η αναγνώρισή της μάλιστα ως μεγάλης περιφερειακής δύναμης την κάνει ουσιαστικότερο μέλος στην Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Αμυνας (ΚΕΠΑΑ) από την Ελλάδα, μιας και εκείνη, ως πλήρες μέλος της, δεν θα μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή των ευρωπαϊκών δυνάμεων, σε περίπτωση που τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια της Ελλάδας ή της Κύπρου. Ουσιαστικά, κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως η Τουρκία, χωρίς να είναι ούτε καν μέλος της Ε.Ε., θα έχει πετύχει πλήρως τους στόχους της. Θα σήμαινε πως θα το έπραττε, χωρίς να χρειαστεί καν να προσαρμοστεί στις ευρωπαϊκές αξίες, όπως προβλέπουν οι γενικότεροι ευρωπαϊκοί κανόνες συμπεριφοράς, τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και η Συμφωνία του Ελσίνκι. Δυστυχώς, θα σήμαινε και ακόμη περισσότερα.

Η στρατηγική απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να εντάξει την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ενωση απέβλεπε σε κάτι πολύ ουσιαστικότερο από την οικονομική ισχυροποίηση της χώρας. Απέβλεπε, κυρίως, στην κατοχύρωση του αισθήματος εθνικής ασφάλειας (ειδικά μετά τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου) και τη διασφάλιση της εθνικής μας ακεραιότητας από εξωτερικές επιβουλές. Το όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν εστιαζόταν σε μία Ευρώπη εθνικών συμφερόντων και πολιτικής πολυ-διάσπασης – μα απεναντίας, διέκρινε με την ευρύτητά του πως κάποια στιγμή, η Ευρώπη θα ωθούνταν από τον διεθνή ανταγωνισμό προς την κατεύθυνση της Ομοσπονδίας κρατών με κοινές αξίες, κοινό νόμισμα και, βέβαια, κοινά και από κοινού διασφαλισμένα σύνορα.

Η Ιστορία επιβράβευσε τη διορατικότητά του. Σήμερα, μια μεγάλη συζήτηση έχει ανοίξει για το μέλλον της Ευρώπης, μια συζήτηση στην οποία οι περισσότερες παράμετροι συγκλίνουν στην κοινή πεποίθηση πως ο «ευρωπαϊκός δρόμος» είναι μονόδρομος και με τον ένα ή τον άλλον τρόπο οδηγεί σε μια χειροπιαστή Ενωση. Τα σύνορα της Ευρώπης μεταβλήθηκαν αρκετά συντομότερα από όσο πιστευόταν, σε σύνορα αξιών, ενώ το ενιαίο νόμισμα έγινε ήδη πραγματικότητα. Το «άλμα» προς μία κοινή πολιτική άμυνας, μεταβλήθηκε σε ευδιάκριτα, μικρά βήματα, τα οποία, ένα προς ένα, άρχισε να παίρνει η Ε.Ε. από το Σεν Μαλό (1998) και έπειτα. Και το «ιστορικό» όνειρο του Κωνσταντίνου Καραμανλή για μια Ελλάδα δίχως ανασφάλεια και μια Κύπρο δίχως συρματοπλέγματα, ενδέχεται πλέον να μπορεί να γίνει πραγματικότητα στην εθνική μας συνείδηση.

Αυτό, όμως, που εξακολουθεί να μην αντιλαμβάνεται η σημερινή ελληνική κυβέρνηση είναι πως με βάση τους γενικότερους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και τον ρόλο των ΗΠΑ, η Τουρκία δεν αισθάνεται ιδιαίτερη ανάγκη ν’ ακολουθήσει τον ίδιο -αυτονόητο, για Ελληνες και Κυπρίους- δρόμο. Και πως το σημερινό ερμαφρόδιτο καθεστώς της Αγκυρας νοιάζεται κυρίως για τη δική του επιβίωση και για την επιλογή από το ευρωπαϊκό οικοδόμημα μόνον όσων πραγμάτων το ενδιαφέρουν. Προτάσσει έτσι τον ρόλο της Τουρκίας ως περιφερειακής στρατιωτικής υπερδύναμης από εκείνον μιας ευημερούσας χώρας με ευρωπαϊκή συμπεριφορά, που θα σέβεται το διεθνές δίκαιο και θα ενστερνίζεται τις ευρωπαϊκές αξίες και τους θεσμούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της Τουρκίας δεν είναι άλλη από το να διεκδικεί ρόλο πρωταγωνιστή στην ευρωπαϊκή άμυνα, στην πλάτη των ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας και της Κύπρου.

Η Νέα Δημοκρατία, με δήλωση του προέδρου της, έχει ήδη επισημάνει πως αυτό δεν μπορεί να το δεχθεί. Και πως θα απορρίψει, σήμερα ως αντιπολίτευση και αύριο ως η ελληνική κυβέρνηση, κάθε μυστική συμφωνία ή άτυπη ρύθμιση, με βάση την οποία η Ελλάδα και η Τουρκία θα έχουν ίδιο «λόγο» στις αποστολές του ευρωπαϊκού στρατού. Η προσήλωση στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου και ειδικότερα εκείνου της θάλασσας και η αρχή της ειρηνικής συμβίωσης είναι απαράβατες συνθήκες για την όποια περαιτέρω συμμετοχή της Τουρκίας στα ευρωπαϊκά όργανα. Πίσω πόρτα για την Ευρώπη δεν μπορεί να υπάρχει. Κι αυτό πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό στην Τουρκία, αλλά και σε όποιον άλλο επιχειρεί να εξισώσει μέλη και μη μέλη και να «νερώσει» έτσι τις ευρωπαϊκές αξίες με μυστικές ρυθμίσεις.

Κυρίως, όμως, θα πρέπει επιτέλους η κυβέρνηση να αντιληφθεί τη σημασία της αμυντικής διάστασης της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Τα θέματα αυτά σχετίζονται με τους ζωτικούς στόχους των κρατών και δεν προσφέρονται για διπλωματία των τραγουδιών και των λουλουδιών.

Ταυτόχρονα, για πρώτη φορά βρίσκεται σε τόσο υψηλή θέση στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ (Νο. 3 στην ιεραρχία) ένας από τους καλύτερους γνώστες των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του Κυπριακού, ο υφυπουργός Εξωτερικών Μαρκ Γκρόσμαν που χειρίσθηκε από διαφορετικά αξιώματα τις σημαντικότερες εξελίξεις της τελευταίας πενταετίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Κατά την κρίση των Ιμίων (1996) ήταν πρέσβης στην Αγκυρα, ενώ κατά τη θητεία του ως βοηθός υπ. Εξωτερικών για ευρωπαϊκές υποθέσεις (1997-2000) υπεγράφη η συμφωνία της Μαδρίτης και άρχισαν οι συνομιλίες Κληρίδη-Ντενκτάς (το καλοκαίρι του ’97), σημειώθηκε η κρίση των S-300 (1997-98), ξέσπασε η υπόθεση Οτσαλάν, εγκαινιάσθηκε η ελληνοτουρκική προσέγγιση, άρχισαν οι συνομιλίες για το Κυπριακό και ακολούθησε η απόφαση του Ελσίνκι (όλα εντός του 1999). Ο κ. Γκρόσμαν θα εποπτεύσει την όλη προσπάθεια που θα κληθούν να υλοποιήσουν οι πρέσβεις Γουέστον, Μίλερ (Αθήνα), Πίρσον (Αγκυρα) και Μπάντλερ (Λευκωσία). Καταθέτοντας τον Μάρτιο στη Γερουσία ο κ. Γκρόσμαν έδωσε το στίγμα της αμερικανικής προσέγγισης στο καθοριστικό θέμα της κυπριακής ένταξης στην Ε.Ε., δηλώνοντας ότι «η Ε.Ε. είναι ο στόχος και πρέπει να καταφέρουμε να διασφαλίσουμε ότι οι κάτοικοι της Κύπρου, είτε στον Βορρά είτε στον Νότο, θα έχουν την ευκαιρία να εισέλθουν στην Ε.Ε,. και για να το κάνουν αυτό θα χρειασθεί να λύσουν το πρόβλημα». Προειδοποίησε έτσι τους Τουρκοκύπριους ότι για να επωφεληθούν οικονομικά και κοινωνικά από την ένταξη στην Ε.Ε. πρέπει να λύσουν το πρόβλημα, αλλά και τους Ελληνοκύπριους ότι για να εισέλθουν στην Ε.Ε. ίσως χρειασθεί να λύσουν πρώτα το πρόβλημα. Μιλώντας την περασμένη εβδομάδα σε συνέδριο αποδήμων Κυπρίων στην Ουάσιγκτον, ο κ. Γκρόσμαν δήλωσε πως «η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. θα ήταν πολύ θετική ξέλιξη και αυτή η προοπτική θα πρέπει να λειτουργήσει ως κίνητρο για όλους». Αυτή είναι και η βασική αρχή πάνω στην οποία θα κινηθεί ο κ. Γουέστον τους επόμενους μήνες. Θα ήταν σφάλμα πάντως να παραγνωρισθούν οι αμφιβολίες που εκφράζουν αρμόδιοι κύκλοι για το κατά πόσον είναι δυνατόν να εισέλθει στην Ε.Ε. μια διαιρεμένη Κύπρος. Μεταξύ αυτών είναι και ο υπεύθυνος πολιτικού σχεδιασμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Ρίτσαρντ Χάας που έχει χαρακτηρίσει «δύσκολη» μια τέτοια εξέλιξη.