ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οινική ποιότητα και σωστό μάρκετινγκ

Το τρίτο άσμα της συλλογής ποιημάτων «Δον Ζουάν» του Μπάιρον έχει τίτλο «The Isles of greece» και δημοσιεύθηκε το 1821. Το βυρωνικό αυτό ποίημα αποτελεί μονόλογο ενός έλληνα ποιητή που θρηνεί τα πάθη της σκλαβωμένης Ελλάδας αναλογιζόμενος τις παλιές της δόξες. Συντροφιά του, ως νηπανθές, ένα ποτήρι που κάθε τόσο γεμίζει με σαμιώτικο κρασί:

Γέμισε ξέχειλο το κύπελλο

με σαμιώτικο κρασί 1.

Οσο όμως προχωρούν οι στίχοι και ο πόνος κορυφώνεται, αρνείται να δεχθεί ότι η δική του πατρίδα είναι μια χώρα σκλάβων και στον τελευταίο στίχο σπάζει το κύπελλο με το σαμιώτικο κρασί.

Το εμπόριο

Γιατί διάλεξε ο Βύρωνας το κρασί της Σάμου; Τι μπορούσε να αντιπροσωπεύει για την αριστοκρατική κοινωνία της Αγγλίας των αρχών του 19ου αιώνα -που είναι ο αποδέκτης αυτού του ποιήματος- το σαμιώτικο κρασί, ώστε σε ένα ποίημα συγκινησιακά φορτισμένο, ο ποιητής να βρίσκει απόλαυση και λησμονιά στα δικά του νάματα;

Η απάντηση -έμμεση μεν, αλλά σαφής- βρίσκεται στο βιβλίο του Braudel «Υλικός Πολιτισμός, Οικονομία και Καπιταλισμός», από το οποίο αντιγράφω: «Στην Αγγλία του 18ου αιώνα, η εκπαίδευση των εμπόρων διαρκούσε σύμφωνα με τους κανονισμούς επτά χρόνια. Οι γιοι των εμπόρων και οι δευτερότοκοι των μεγάλων οικογενειών, οι οποίοι προορίζονταν για το εμπόριο, έκαναν συχνά την εκπαίδευσή τους στην Ανατολή -στη Σμύρνη-, όπου ο Αγγλος πρόξενος τους προσέφερε απλόχερα όλες τις περιποιήσεις. Εκεί μάθαιναν, με το που έμπαιναν στο παιχνίδι, πώς επιτυγχάνεται το εμπορικό κέρδος το οποίο, καλώς ή κακώς, φημιζόταν σε εκείνα τα μέρη ως το υψηλότερο του κόσμου»2.

Το έχουμε και άλλοτε γράψει: Οι Αγγλοι και οι Ολλανδοί λάτρευαν τα γλυκά κρασιά. Και είναι γνωστό ότι στους ξένους εμπόρους, που ήταν εγκατεστημένοι στη Σμύρνη, οι Σαμιώτες έστελναν σταφίδες και κρασιά τουλάχιστον από τα μέσα του 17ου αι. όπως μαρτυρείται τόσο από το βιβλίο που εξέδωσε στο Λονδίνο το 1678 ο αρχιεπίσκοπος Σάμου Ιωσήφ Γεωργειρήνης3, όσο και από τον Γάλλο γιατρό και βοτανολόγο Pittode Tournefort, που επισκέφθηκε το νησί το 1702. «Τα μοσχάτα σταφύλια είναι τα ωραιότερα και τα καλύτερα φρούτα του νησιού. Την εποχή που είναι ώριμα τα αμπέλια είναι γεμάτα κόσμο καθένας τρώει όσο θέλει διαλέγοντάς τα από όπου του αρέσει… Ηπια πάρα πολύ καλό μοσχάτο κρασί στη Σάμο, το οποίο είχαν παρασκευάσει με φροντίδα για τους εμπόρους μας στη Σμύρνη…»4.

Το λιμάνι της Σμύρνης, που είχε πάντοτε μεγάλη εμπορική κίνηση, εξελίχθηκε στα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας στο σημαντικότερο λιμάνι της Μεσογείου. Γι’ αυτό τα ευρωπαϊκά κράτη που είχαν ιδρύσει εμπορικούς οίκους ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα έστελναν εμπόρους στη Σμύρνη, με συνέπεια να δημιουργηθούν αποικίες Αγγλων, Γάλλων, Ολλανδών, Βενετών κ.ά., οι οποίοι διέμεναν στην ωραιότατη συνοικία τους, τον ονομαστό «Φραγκομαχαλά», το πίσω μέρος του οποίου αποτελούσαν οι αποθήκες των εμπορευμάτων με πρόσοψη στην παραλία. Οι Γάλλοι ήταν οι επικρατέστεροι έμποροι και συγκέντρωναν μαζί με τους Ολλανδούς, και κυρίως τους Αγγλους, τα ποικίλα και άφθονα προϊόντα της Μικράς Ασίας και των νησιών του Αιγαίου, τα οποία διοχέτευαν στις ευρωπαϊκές αγορές. Κι ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα, κρασί και σταφίδες.

Ανάγκη μελετών

Ως φυσικό, η Σμύρνη αποτελούσε διέξοδο των προϊόντων της Σάμου, όχι μόνο γιατί ήταν το πιο κοντινό λιμάνι και η πιο μεγάλη διεθνής αγορά, αλλά και γιατί οι νησιώτες δεν ένιωθαν σ’ αυτήν ξένοι λόγω του πολυάριθμου ελληνικού στοιχείου που διέμενε σ’ αυτή.

Ομως, ποια δεδομένα διαθέτουμε για να συνθέσουμε την αμπελοοινική ιστορία του πιο σημαντικού ελληνικού κρασότοπου; Διότι ένας στίχος του Καβάφη εδώ, που μαρτυράει πόσο οικείο ήταν το σαμιώτικο κρασί στην αγορά της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας, ένας στίχος του Μπάιρον πιο κει, από τον οποίο μαντεύουμε ότι τα γλυκά κρασιά της Σάμου δεν ήταν άγνωστα στην Αγγλία των αρχών του 19ου αιώνα, ένα περιηγητικό -σπάνιο και μοναδικό στο είδος του- που μας επιβεβαιώνει ότι τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα οι Γάλλοι έμποροι στη Σμύρνη διακινούσαν μοσχάτα κρασιά της Σάμου, ένας άλλος περιηγητής που μας βεβαιώνει ότι είδε «πολλά μεγάλα καράβια από τον Βορρά και ειδικότερα σουηδικά, να φορτώνουν κρασιά στη Σάμο»5, καθώς και τα πολύτιμα στοιχεία που μας άφησε ο Επαμεινώνδας Σταματιάδης6 για την τετραετία 1881 – 84, δεν συνθέτουν την ιστορία της παραγωγής και του οινεμπορίου της Σάμου. Πρόκειται απλώς για ψηφίδες ενός μωσαϊκού που χρειάζεται να συμπληρωθεί με σοβαρές έρευνες για την παραγωγή και τις εξαγωγές όχι μόνον των κρασιών, αλλά και των σταφίδων και των αποσταγμάτων της Σάμου, στη διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων που προηγήθηκαν της αποφράδας χρονιάς του 1922. Και βέβαια, για ένα νησί που έζησε επί αιώνες υπό ξένη κατοχή -φραγκοκρατία και τουρκοκρατία- οι ψηφίδες που μας λείπουν πρέπει να αναζητηθούν στα αρχεία της Βενετίας και της Γένοβας, της Κωνσταντινούπολης και της Αγκυρας, καθώς και στα προξενικά έγγραφα των μεγάλων εμπορικών δυνάμεων της Σμύρνης και της Σάμου των χρόνων εκείνων. Εχει γίνει άραγε σχετική εισήγηση στο δραστήριο Πνευματικό Ιδρυμα Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου»;

Το μάρκετινγκ

Στην ωραία κάβα του Cellier στην Κριεζώτου βρήκα δύο σαμιώτικα γλυκά κρασιά προς 1.950 και 2.750 δρχ. Λυπήθηκα και ντράπηκα ένα «Grand Cru» στην τιμή των επιτραπεζίων οίνων! Ποιος θα το διάλεγε για ένα πολυτελές καλάθι, από αυτά που παραγγέλνονται στη συγκεκριμένη κάβα ως δώρο σε επώνυμους οινόφιλους; Σε ξεχωριστό ράφι βρήκα πέντε Porto του οίκου Graham στην ωραία μαύρη φιάλη τους. Εχουν όλα αλκοολικό βαθμό 19-20 και διαφέρουν -από πλευράς ετικεταρίσματος- μόνον ως προς τον χρόνο παλαίωσης και, φυσικά, τιμής. Αυτό που πήρε την πρώτη θέση στους «χρυσούς» της Θεσσαλονίκης φέρει την ένδειξη της ηλικίας του: 20 years of Age Tawny και τιμάται 19.200 δρχ. Υπάρχουν και φθηνότερα με τον ίδιο τρόπο γραφής: 5 και 10 χρόνων προς 5.400 και 10.350 δρχ. αντίστοιχα. Αλλά και ακριβότερα, των 30 χρόνων προς 33.000 δρχ. και των 40 προς 51.300 δρχ. Ε, ναι, με τέτοια τιμή το Porto όχι μόνο μπαίνει στα καλάθια, αλλά η φιάλη προσφέρεται και μόνη της στην πολυτελή θήκη της7.

Και βέβαια με τέτοιες τιμές το Πόρτο μπορεί να έχει 20 βαθμούς αλκοόλης, ενώ οι ελληνικοί «οίνοι – λικέρ» έχουν 15 -τον μικρότερο επιτρεπόμενο βαθμό- γιατί οι οίνοι του τύπου αυτού φορολογούνται σε όλες τις χώρες του κόσμου ως είδη πολυτελείας με βάση την περιεκτικότητά τους σε αλκοόλη. Επομένως, όταν ένας φορέας δεν «ντύνει» το προϊόν του ως οίνο πολυτελείας και δεν βασίζει την προβολή του σε σωστή μελέτη μάρκετινγκ, αναγκάζεται να παίξει με τα κάτω τόσο από πλευράς τιμών όσο και αλκοολικού βαθμού. Και όμως, τι ανεκτίμητοι θησαυροί οινικής ποιότητας βίσκονται στα κρασιά της Σάμου! Στηρίχτε τα ως καταναλωτές μην περιμένετε να φθάσουν 15.000 δρχ. για να τα εκτιμήσετε.

Να ακολουθηθεί η διαδικασία του κονκλαβίου, δηλαδή ότι δεν θα σταματήσει πριν οδηγήσει σε συμφωνία.